Theory. Utopia. Empathy. Ephemeral arts – EST. 1990 – ATHENS LONDON NEW YORK

Ποιήτριες της Αντίστασης

in Poetry
ποίηση


ΟΛΑ ΘΑ ΣΒΥΣΟΥΝ
| Κατίνα Παϊζη

Όλα θα σβύσουν, θα χαθούν αγύριστα,
τίποτα δεν θα μείνη στον αιώνα,
του κόσμου αυτού συντρίμμια η ζωή
θα πέση, σαν ναού παληά κολόνα.

Ο χαλασμός κι’ ο χρόνος θ’ αφανίσουνε
όλα μέσ’ στο πυρό τους το καμίνι,
κι’ από του κόσμου τούτου τις ζωές
ασάλευτη καμμιά δε θ’ απομείνη.

Μ’ απ’ όλους πιο στερνά θε να χαθή
ο ποιητής στην ώρα τη μεγάλη,
της γένεσης παληός τραγουδιστής,
και του χαμού στερνή ωδή να ψάλλη.

Θυσιαστήριο Λευτεριάς | Σοφία Μαυροειδή – Παπαδάκη

Ένα άλσος που των δέντρων του τα φύλλα
φωλιές γι’ αηδόνια μόνο είχαν φουντώσει,
θανάτου κάθε τόσο ανατριχίλα
το συνταράζει, πριν να ξημερώσει.

Όρθρος βαθύς! Βουβή μια συνοδεία
λεβέντικα κορμιά αλυσοδεμένα,
Απ’ τον ύπνο ξάφνου σηκωμένα,
Βαδίζουν τη στερνή τους την πορεία.

Λεβέντες που δεν είχαν άλλο κρίμα
παρά της λευτεριάς τη φλόγα εντός τους,
κι είτανε φως το κάθε αγνό τους βήμα
Και δικαιοσύνη ο πόθος ο κρυφός τους.

Αυγούλα, απ’ την ψυχή τους πάρε μύρα
και φως απ’ το λαμπρό το μέτωπό τους
και στρώσε τους τα ρόδα σου πορφύρα
και τα θαμπά σου πέπλα σάβανό τους.

Μακάβρια τη γαλήνη ομοβροντία
από τουφέκια βάρβαρα ταράζει.
Τινάζεται απ’ τον ύπνο η συνοικία
κι ω ξέρει τι σημαίνει, και στενάζει.

Σε λίγο σ’ ένα κάρο βιαστικά
απάνω στόνα τ’ άλλο σωριασμένα,
διαβαίνουν τα κορμιά τα ηρωικά
απ’ της αυγής το φως νεκρολουσμένα.
Κι όταν προβάλλει η μέρα, ξεχωρίζει
κάθε διαβάτης με θολό το βλέμμα,
μια πορφυρή γραμμή που αχνοστολίζει
το μονοπάτι με ρανίδες αίμα.

Το μονοπάτι αυτό πούχει χαράξει
το αίμα σας, αδέρφια, θα πλατύνει
γιγάντια λεωφόρος θα φαντάξει,
απ’ όπου βγαίνει ο ήλιος ώσπου δύνει,
για να χωρούν τα πλήθη να περάσουν
των σκλάβων τα βαριά τυραγνισμένα
να πάνε προς το φως, να ξαποστάσουν
απ’ τη σκλαβιά τους τέλος λυτρωμένα.

_______________

Το τραγούδι του Δνείπερου | Μέλπω Αξιώτη

Άκου Δνείπερ τι θα πούμε.
Σου σκάψανε τα σωθικά τα παλληκάρια των Σοβιέτ.
Τα ψάρια σου σαστίσανε
οι λεύκες σου σκορπίσανε
τα σπουργιτάκια απολιθώθηκαν
μέσα στις καλαμιές σου και κοιτάζανε
και τα μικρά τους μάτια απόρησαν
και τα νερά σου εκόχλασαν
κι αρπάξανε τους γερανιούς
κύματα αφρίζανε βουνά
αψηλά τείχη τα μαντρώσανε
χρόνια βάστηξε ο μόχτος τους
ώσπου οι καρδιές λαχτάρησαν
όλοι οι άνθρωποι ζευγαρώθηκαν μες στη χαρά της γέννησης
δούλεψαν χέρια και ψυχές
τα μάτια είδαν θάματα που δεν είχανε δει ποτές,
κι εγίνηκε το Ντνιεπροστρόι.
20 χρόνια έδωκες φως.
Ώσπου σε βρήκε ο πόλεμος.

Τότε Δνείπερ ήρθε η ώρα.
Αίμα γίνανε οι αφροί σου.
Αίμα στάζανε οι όχτες σου
αίμα σούρωνε η κοίτη σου
πασαλείφτηκαν αίματα η γης, κι ο ουρανός σου.

Μιαν ώρα δεν κοιμήθηκες.
Μιαν ώρα δεν απόκαμες να κουβαλείς ψοφίμια
ψόφια άλογα, ψόφια κορμιά,
χέρια, ποδάρια, κεφαλές, σπασμένα σίδερα, κανόνια,
σημαίες όλων των λογιών καρφώθηκαν στις όχτες σου,
μα εσύ θυμόσουν μόνο μια: την Κόκκινη Σημαία.

Δόξα στις αντάρτισσες όχτες σου, στα ματωμένα σου νερά,
στην αφρισμένη κοίτη σου, στην πύρινή σου θέληση,
που βάστηξαν τον όλεθρο, που ξέσκισαν το σατανά,
που βόηθησαν τον άνθρωπο
να ξαγναντέψουν οι λαοί ξανά
την Κόκκινη Σημαία.

Κι έτσι Δνείπερ ήρθε η ώρα.
Άνοιξε τα φτερά σου πνίξε.
Πνίξε τους τελευταίους πνίξε
τους τελευταίους του δαίμονα
τον τελευταίο τους τρελλό
τον τελευταίο φασουλή
την τελευταία παρδαλή οχιά
που είναι ντυμένη άνθρωπος.

Δνείπερ, την ώρα τούτη που σου γράφομε
ένας ντουνιάς και κόσμος βαστά την ψυχή του
εσένα συλλογίζεται μες στα βαθιά του όνειρα,
Δνείπερ, κι αναρωτά:
―Θα τον περάσουνε οι σύντροφοι το Δνείπερο;
―Δε θα περάσουνε το Δνείπερο…
―Θα τον περάσομε το Δνείπερο!

Και τον πέρασαν το Δείπνερο!
Απάνω σε βαρέλια
απάνω σε κανόνια, απάνω σε ξυλάρμενα,
ένας ένας, δυο δυο, χιλιάδες, πολλοί,
με την ψυχή στο στόμα
αγκαλιά τα ντουφέκια, αγκαλιά τα κανόνια
αγκαλιά τις ελπίδες τους μισώντας αγαπώντας
κουβαλούσαν την πίστη τους
πίσω πήγαιναν οι ελπίδες,
πιο πίσω ακόμα οι αγωνίες, ο θάνατος, οι αγέρηδες,
και προχωρούσαν, πολεμούσαν
κόβονταν πόδια, κεφαλές, και δεν εγύριζαν να δούνε γύρω τους
και πολεμούσαν, προχωρούσαν
κι ανεμίζανε τα μαλλιά τους
και εφούσκωναν τα στήθια τους
και είχαν φτερά και πέταγαν
και κόβονταν η ανάσα τους
και τραγουδούσαν και λαχτάριζαν
και πολεμούσαν, πολεμούσαν…

Άκου Δνείπερ τώρα. Σου μιλούμε.
Σε χαιρετούνε οι φυλακές.
Σε χαιρετούνε οι νεκροί.
Σε χαιρετούνε οι ζωντανοί.
Σε χαιρετάει η εργατιά.
Σε χαιρετούνε τα παιδιά.
Σε χαιρετά όλη η ζωή,
σήμερα, αύριο, και στους αιώνες.
Δνείπερ, ποτάμι των Σοβιέτ,
εμείς οι άνθρωποι
σε χαιρετούμε.
Κι όσα δεν πρόλαβες
θα τα τελειώσομε,
μια νύχτα που θα λάμπει
ένας μεγάλος ήλιος.

Και χωρίς εμάς | Βικτωρία Θεοδώρου

Ας έχουμε επίγνωση της ανεπάρκειάς μας
Ας μην ταυτίζουμε το γήρας μας μ΄αυτό
του Κόσμου
Μην όλα τα μετράμε με τα μέτρα μας

Γεγονός πως φεύγουμε αδικαίωτοι
Όμως οι δρόμοι καθόλου δεν τελειώνουν
Τα οράματα θα συνεχίσουν την τροχιά τους
κι οι εξεγέρσεις αλλεπάλληλες
σαν τις εκρήξεις του άστρου της ημέρας
αέναα θα ξεσπούν

Όλα θα οικοδομούνται και χωρίς εμάς
Όλα θα βαίνουν στην αρχή τους και
στο τέλος τους
Χωρίς εμάς

ποίηση

H μοίρα μας | Ρίτα Μπούμη-Παπά

Πόσοι μας αγνοούν, Θεέ μου,
Από τα μακρινά τ’ αστέρια σου
Μέχρι τον ένοικο του πλαϊνού σπιτιού…
Πόσοι δεν ξέρουν πως τους αγαπούμε
Πόσοι δεν ξέρουνε πως χτίζουμε γι’ αυτούς
Για τα παιδιά τους
Για τα εγγόνια τους
Πόσοι δεν ξέρουνε την αυταπάρνηση μας
Τη μοναξιά μας
Πόσοι κοιμούνται δίχως να μας πουν καληνύχτα
Όταν γι’ αυτούς ξενυχτούμε σ’ ένα τραπέζι με μια λάμπα
Πόσοι δεν νιώθουνε το χάδι μας σαν να τους τυλίγει
Πόσοι θαρρούν πως είμαστε φαντάσματα, βρυκόλακες
Όταν μπροστά στη ρέμβη τους περνούμε ως ίσκιοι
Πόσοι δεν μας υποψιάζονται καθόλου
Πόσοι δεν μας προσέχουν
Πόσοι δεν μας ακούνε ν’ αλαλάζουμε στην έρημο
Πόσοι στο δρόμο μας προσπερνούν ανίδεοι
Μη ξέροντας πως είμαστε η ψίχα της καρδιάς τους

________________________

Επιλογή: Σίσσυ Δουτσίου / Κενό Δίκτυο

Latest from Poetry

Go to Top