Theory. Utopia. Empathy. Ephemeral arts – EST. 1990 – ATHENS LONDON NEW YORK

Ο «ΔΙΑΜΟΙΡΑΣΜΟΣ» ΤΗΣ ΣΤΕΓΗΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΤΟΥ ΥΠΑΡΚΤΟΥ ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΥ: Tο εθνογραφικό οδοιπορικό ενός εκτοπισμένου ενοικιαστή-Ευθύμιος Παπαταξιάρχης

in Theory

 

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ, ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΟ ΣΤΑ ΝΕΑ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΑ ΗΘΗ

Συνεχίζω στις φιλόξενες σελίδες των Σύγχρονων Θεμάτων την εθνογραφική μου περιπλάνηση σε μια χώρα που αλλάζει με ταχείς ρυθμούς, σε κατευθύνσεις που δυσκολευόμαστε να παρακολουθήσουμε. Για άλλη μια φορά οδηγούμαι από προσωπικές εμπειρίες (άρα κάνω ενός είδους αυτο-ανθρωπολογία), τούτη τη φορά στο πεδίο της κατοικίας.[1] Επιμένω σε αυτό που αλλού ονόμασα «πολιτικά ενσύνειδη» εθνογραφία, πάντα εν θερμώ και σε εξομολογητικό τόνο! Καθώς καταλαμβάνω μια ορισμένη θέση μέσα στο «ερευνητικό» μου πεδίο, η οπτική μου γωνία είναι εξορισμού μερική. Γράφω από τη σκοπιά του εκτοπισμένου ενοικιαστή, ο οποίος, καθώς οι περιστάσεις τον έριξαν στην κυριολεξία στην «αγορά ακινήτων», αναζητά στέγη και εντέλει αναγκάζεται, στον βαθμό που μπορεί, να μετεξελιχθεί σε ιδιοκτήτη.[2] Ένα εθνογραφικό οδοιπορικό στη λεγόμενη «αγορά ακινήτων», μια επώδυνη περιπλάνηση στην Ελλάδα του υπαρκτού νεοφιλελευθερισμού, που είναι η πολυδιαφημιζόμενη νέα «κανονικότητα».

Στο «πεδίο»: Εκτοπισμένος στην αγορά ακινήτων

Όλα ξεκίνησαν από μια έγγραφη πρόσκληση για αύξηση του ενοικίου κατά 30%. Το διαμέρισμα στο οποίο μένω σε ανατολικό δήμο της Αθήνας για περισσότερα από 20 χρόνια ήταν η μόνη από τις τέσσερις κατοικίες του μικρού τριώροφου κτιρίου που εξακολουθούσε να ενοικιάζεται. Γρήγορα έγινε σαφές ότι η αύξηση ήταν μάλλον πρόφαση, αφού στη συνέχεια μου ζητήθηκε να αφήσω το σπίτι. Παρά τη μυστικοπάθεια γύρω από τα κίνητρα, κατάλαβα ότι ο ιδιοκτήτης σχεδίαζε να πουλήσει ολόκληρο το κτίριο, πιθανόν σε κάποιον ξένο επενδυτή. Έτσι κυριολεκτικά σύρθηκα στην αναζήτηση σπιτιού και βρέθηκα σε ένα πεδίο που ξεπερνούσε κατά πολύ την αντίληψη που είχα μέχρι τότε για την λεγόμενη «αγορά ακινήτων». Πρώτα διαπίστωσα, σχεδόν σοκαρίστηκα από την εξαφάνιση των ενοικιαστηρίων που είχε συντελεστεί στη διάρκεια του 2018. Τα πρώτα χρόνια της κρίσης, η Αθήνα ήταν γεμάτη από τα γνωστά κίτρινα ή ασπρο-κόκκινα έντυπα με την αναγραφή «ενοικιάζεται» που κοσμούσαν τον δημόσιο χώρο. Τώρα, η αναζήτηση μπορούσε να γίνει μόνο διαδικτυακά. Οι ψηφιακές πλατφόρμες είχαν καταλάβει τον χώρο. Επίσης, γρήγορα κατάλαβα ότι η αγορά ήταν σχεδόν κάτω από τον αποκλειστικό έλεγχο των μεσιτών, με εξαίρεση ίσως τα «καλά κομμάτια» που διαδίδονται στόμα με στόμα. Οι αγγελίες που διαχειρίζονται οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες είναι ελάχιστες. Το σημαντικότερο, το τελευταίο διάστημα τα ενοίκια στις συνοικίες της πρώτης περιφέρειας εκτός κέντρου που με ενδιέφεραν είχαν δραματική αύξηση και σίγουρα βρίσκονταν σε πλήρη αναντιστοιχία με τον μισθό μου, μειωμένο κατά 40% στη διάρκεια της κρίσης.

Η πιο ορθολογική λύση σε αυτές τις περιπτώσεις είναι να αγοράσει κάποιος ένα σπίτι, εφόσον μπορεί. Αφού είχα την οικονομική ευχέρεια, προνόμιο που με διαφοροποιεί από πολλούς συμπολίτες μου, έβαλα στην άκρη τις όποιες αναστολές μου και ξεκίνησα την αναζήτηση διαμερίσματος προς αγορά. Έτσι, ξεκίνησε ένας μεγάλος κύκλος συχνά οδυνηρών, και σπανιότερα διασκεδαστικών, εκπλήξεων που επιτείνονταν από τη μεγάλη μου άγνοια γύρω από τα ακίνητα και την ιστορική μου απόσταση από τον λεγόμενο «κόσμο της αγοράς».[3]

Μεσίτες σε αγενή άμιλλα: Η κρίση της εμπιστοσύνης

Όπως ήταν επόμενο, τους πρώτους που συνάντησα ήταν οι μεσίτες. Θυμάμαι ακόμα το πολιτισμικό σοκ που έπαθα από την επικοινωνία με μεσίτη που εργαζόταν σε μια από τις μεγαλύτερες εταιρείες, η οποία διαθέτει γύρω στους 700 συνεργάτες. Το ραντεβού μας ήταν Κυριακή μεσημέρι σε σημείο αρκετά μακριά από το ακίνητο, αφού είχε πεισματικά αρνηθεί να συναντηθούμε στην είσοδο της σχετικής πολυκατοικίας. Ο συνομιλητής μου φαινόταν καλός επαγγελματίας, ευγενής και στην ηλικία μου. Μόλις χαιρετηθήκαμε, έβγαλε την έγγραφη φόρμα με την οποία διασφαλίζεται η προμήθειά του (2% συν ΦΠΑ) σε περίπτωση που προχωρήσει η αγορά, συμπλήρωσε τα στοιχεία μου και στη συνέχεια ζήτησε επίμονα κάποιο στοιχείο ταυτοποίησης. Η επιμονή του μου προκάλεσε έκπληξη, αφού είχαμε επικοινωνήσει στο τηλέφωνο, είχε το μέιλ μου και μπορούσε εύκολα να επιβεβαιώσει την επαγγελματική μου ιδιότητα. Καθώς δεν είχα κάτι τέτοιο μαζί μου, ξεκινήσαμε τη διαπραγμάτευση! Του εξήγησα ότι η επιμονή του με προσβάλλει, αφού υπαινίσσεται ότι μπορεί να ψεύδομαι, ότι αν δεν μετρά ο λόγος μου στο στοιχειώδες ζήτημα της ταυτότητας πώς θα μπορούσε να γίνει μια έντιμη συνεννόηση σε άλλες πτυχές της οικονομικής συναλλαγής; Ήμουν πραγματικά θυμωμένος από την παταγώδη έκφραση έλλειψης εμπιστοσύνης! Με τη σειρά του μου εξήγησε ότι ο ανταγωνισμός στο επάγγελμα είναι μεγάλος, ότι η άμιλλα για την αύξηση του ατομικού χαρτοφυλακίου ακινήτων δεν είναι ευγενής, ότι πάντα υπάρχει ο κίνδυνος να «πάρει το ακίνητο» κάποιος άλλος μεσίτης και ότι έτσι γίνεται η δουλειά. Ήταν αμετάπειστος. Η στάση του μου φάνηκε ακραία, αλλά μου προκάλεσε συγχρόνως τέτοια περιέργεια που συμμορφώθηκα. Αναγκάστηκα να πάρω ταξί, να πάω σπίτι και να επιστρέψω με την ταυτότητά μου. Αργότερα, βγαίνοντας από το διαμέρισμα, απολογητικά μου εξήγησε ότι το επάγγελμά του απειλείται πλέον από πολλούς αεριτζήδες που είδαν φως και μπήκαν, που δρουν χωρίς να τηρούν τους κανόνες, ευκαιριακά, εκμεταλλευόμενοι την άνοδο της αγοράς. Ο προβληματισμός των παλιών, σωστών επαγγελματιών για τους πολλούς που ευκαιριακά συνωστίζονται πλέον στον χώρο των ακινήτων είναι έντονος. Φαίνεται κι αυτοί να παρασύρονται στη δίνη ενός άναρχου ανταγωνισμού.

Το επόμενο διάστημα, η εικόνα αυτή επαναλήφθηκε με πολλές παραλλαγές, ωστόσο σπανίως τόσο ακραίες, με μεσίτες και μεσίτριες μικρών μεσιτικών γραφείων, παλαιότερων και καλύτερα οργανωμένων αλλά και νεότερων, με μεσίτες όλων των ηλικιών, κάποιοι εμφανώς συνταξιούχοι που συμπλήρωναν τη σύνταξή τους και άλλοι νεότεροι που είχαν τη μεσιτεία ως κύριο επάγγελμα. Συχνά, δεν μου ήταν σαφές αν ο μεσίτης ήταν και με το μέρος μου, μια θεωρητικά αδικαιολόγητη ασάφεια, αφού παίρνει την αμοιβή του και από τον αγοραστή. Με τη βοήθεια φίλων άρχισα να κατανοώ τα «μυστικά» του επαγγέλματος, που κυρίως εντοπίζονται σε ποικίλες στρατηγικές, για να μην πω τεχνάσματα, για την εξασφάλιση πελατών, τη διαπραγμάτευση της τιμής και φυσικά την επίτευξη της αγοραπωλησίας.

Μου έγινε φανερό ότι όχι μόνο κάποιοι μεσίτες συμπράττουν στις στρατηγικές υπερτιμολόγησης των ιδιοκτητών για να τους έχουν στο χαρτοφυλάκιό τους –και άρα συμμετέχουν ενεργά στην πληθωριστική άνοδο των τιμών–, αλλά και πλειοδοτούν, τάζοντας στους αγοραστές λαγούς με πετραχήλια. Επίσης, έγινε καθαρό ότι και η προμήθειά τους στη πράξη μπορεί να κυμαίνεται με τρόπους που είναι ασύμμετρα επωφελείς είτε για τη μια είτε για την άλλη πλευρά των συναλλασσόμενων. Κατά συνέπεια, άρχισε να ξεκαθαρίζει η αναγκαιότητα της αδιαφάνειας που επίσης συχνά συναντούσα. Ωστόσο, εξακολουθώ να θεωρώ ακατανόητη την ακραία μυστικοπάθεια: κάποιοι αρνούνται να δώσουν ακόμη και τις γενικές συντεταγμένες και δίνουν ραντεβού για να δεις το ακίνητο σε μεγάλη απόσταση ασφαλείας.

Αγορά σε σύγχυση: Χάος στο νέο ελληνικό Ελντοράντo[4]

Καθώς το οδοιπορικό μου στην αγορά ακινήτων συνέχιζε, οι απορίες μου αντί να λύνονται αυξάνονταν από τις συγχύσεις που συναντούσα. Έμοιαζε με χάος που δύσκολα μπορούσες να αποκρυπτογραφήσεις. Τιμές που ανεβοκατέβαιναν με εξωφρενικούς ρυθμούς, μπέρδεμα των ρόλων, ένας διαδικτυακός δαίδαλος, μια σύγχυση του ιδιωτικού και του δημόσιου.

Βασικός συντελεστής του χάους είναι οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες. Σε μια από τις σπάνιες περιπτώσεις που κατάφερα να έρθω σε απευθείας επαφή με τον ιδιοκτήτη, δικηγόρο στο επάγγελμα, εντέλει για να δω το διαμέρισμα συνάντησα έναν φίλο του, που όλως τυχαίως ήταν ο ίδιος μεσίτης και πρόσφερε εξυπηρέτηση. Αφού είδα το ακίνητο, βγαίνοντας του εξήγησα με ειλικρίνεια ότι το διαμέρισμα ήταν ενδιαφέρον, σε επιθυμητή θέση, ωστόσο ήταν μικρότερο από ότι χρειαζόμουν και μου προκαλούσε απορία η εξωφρενική του τιμή στις 190.000. Ο συνομιλητής μου, χωρίς δεύτερη σκέψη, μου εξήγησε ότι αυτό ακριβώς είχε πει στον φίλο του το προηγούμενο βράδυ και εκείνος του είπε ότι το δίνει 150.000! Πάνω από 20% μείωση και χωρίς διαπραγμάτευση! Αργότερα κάποιος που γνωρίζει καλά την αγορά μου εξήγησε ότι αυτό ήταν μια ακούσια διαπραγμάτευση! Και ότι ενδεχομένως ο «φίλος» μπορεί ως οιονεί μεσιτεύων να έπαιρνε το ποσοστό του από τον ιδιοκτήτη. Περιττό να πω ότι αργότερα είδα το ίδιο ακίνητο να πωλείται από άλλο μεσίτη 20.000 λιγότερο από την αρχική τιμή. Ήταν προφανές ότι θα έπρεπε να είμαι σε εγρήγορση.

Σιγά σιγά άρχισα να εξοικειώνομαι με τη, συχνά προκλητική, «βουλιμία» ορισμένων ιδιοκτητών, οι οποίοι βλέποντας την αυξανόμενη ζήτηση και κάποιες υψηλές τιμές στις σχετικές σελίδες, ακούγοντας ακόμη και για πλειστηριασμούς ανάμεσα σε ενδιαφερόμενους αγοραστές, προσθέτουν και κάτι παραπάνω μήπως πιάσουν την καλή. Με αφετηρία το δόγμα «δικό μου είναι, ζητώ ό,τι τιμή θέλω» συμβάλλουν σε μια πληθωριστική πίεση και αυξάνουν τη σύγχυση γύρω από την «πραγματική» αξία των ακινήτων, η οποία συχνά ξεπερνά πλέον την «αντικειμενική». Αντιλαμβανόμουν τη συνθετότητα του ζητήματος, ιδιαίτερα το βαρύ άχθος του χρέους και της υπέρμετρης φορολογίας που κρύβεται πίσω από αυτές τις συμπεριφορές. Τα κίνητρα των συχνά υπερχρεωμένων μικρο-ιδιοκτητών είναι σαφή, και ως έναν βαθμό κατανοητά. Αισθανόμουν ότι αιωρούνται ανάμεσα στην ικανοποίηση μιας βασικής ανάγκης και το κυνήγι της ευκαιρίας. Από την μια πλευρά έχουν να αντιμετωπίσουν την υπερφορολόγηση και πιθανόν δυσεπλήρωτα χρέη. Αν ο ΕΝΦΙΑ και η υπερχρέωση είναι το πρόβλημα, και πράγματι για πολλούς είναι, τότε η πώληση στην ανερχόμενη αγορά ή η βραχυχρόνια μίσθωση μοιάζει να είναι η Λύση. Αν πουλήσουν σήμερα ένα ακίνητο δεν το «σκοτώνουν». Γι’ αυτό και σπεύδουν, συχνά μπερδεμένοι, βάζοντας στην άκρη επιφυλάξεις, να επωφεληθούν ερχόμενοι σε σύγκρουση ακόμη και με πάγιες πεποιθήσεις. Από την άλλη, αρκετοί ωθούνται από την ιστορικά εμπεδωμένη, ελληνική μικροαστική παράδοση της αρπαχτής. Στο σημαντικό επενδυτικό πεδίο που έχει υπάρξει ιστορικά η αγορά ακινήτων βλέπουν την ευκαιρία για εύκολο κέρδος. Τρέχουν λοιπόν να φτάσουν πρώτοι στο νέο Ελντοράντο! Όποιος προλάβει και ό,τι πιάσει! Μια νέα φούσκα διαφαίνεται στον ορίζοντα.

Ο πυρετός του Ελντοράντο είναι μεταδοτικός. Το πιο κάτω περιστατικό είναι χαρακτηριστικό: Στο τέλος μιας επίσκεψης σε κενό διαμέρισμα τρίτου ορόφου που πουλιόταν και βρίσκεται σε «καλή γειτονιά» του Κέντρου βγήκα για λίγο στη βεράντα να δω τον περιβάλλοντα χώρο, ενώ ο μεσίτης έκλεινε την άλλη μπαλκονόπορτα. Ξαφνικά, από το διαμέρισμα της απέναντι πολυκατοικίας πρόβαλε μια νεαρή γυναίκα με τις πυτζάμες και με ρώτησε αν είμαι μεσίτης. Ενδιαφερόταν να πουλήσει το διαμέρισμά της. Αμέσως τσίμπησα και ρώτησα λεπτομέρειες. Απάντησε ότι είναι γύρω στα 75 τετραγωνικά και με πολλά προσόντα. Πράγματι, είχε ηλιόλουστο μπαλκόνι και φαινόταν εξωτερικά σε καλή κατάσταση! Μάλλον δεν μου έκανε. Μόλις της εξήγησα ότι ο άλλος κύριος είναι ο μεσίτης, στράφηκε σε αυτόν και τον κάλεσε αμέσως πάνω να δει το σπίτι. Γιατί «έτσι είναι η σειρά». Ο αγώνας συνεχίζεται!

Σπίτια σε διαδικτυακές πλατφόρμες: Ένας διαδικτυακός δαίδαλος

Η σύγχυση αυξάνεται από τον διαδικτυακό δαίδαλο που είναι η αγορά ακινήτων. Στη διάρκεια της αναζήτησης στέγης απέκτησα εξάρτηση από το κύριο εργαλείο της προσπάθειάς μου, το διαδίκτυο. Οι ρυθμοί με τους οποίους ενημερωνόμουν από τους μεσίτες ήταν ιδιαίτερα αργοί. Έπρεπε να αυτενεργήσω. Έτσι, κάθε μέρα, συνήθως το βράδυ, περνούσα κάποιες ώρες ψάχνοντας. Ξεκινούσα από τις μεγάλες σελίδες –τη Χρυσή Ευκαιρία, τον Σπιτόγατο και το Σπίτι μου– και συνέχιζα με τις σελίδες των μεγάλων μεσιτικών γραφείων και των μεσιτών στις γειτονιές που με ενδιέφεραν. Συχνά, ήταν εξαιρετικά δύσκολο να βγάλω άκρη μέσα από αυτόν τον εσμό αγγελιών: πολλές αφορούσαν στο ίδιο ακίνητο που προβάλλονταν από διαφορετικούς μεσίτες (όμως με διαφορετικές φωτογραφίες η καθεμιά), άλλες δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, αφού το ακίνητο είχε βγει από την αγορά, συνήθως διότι είχε πωληθεί στο διάστημα που είχε μεσολαβήσει από την αρχική ανάρτηση, άλλες ξαναεμφανίζονταν μετά από καιρό στην ίδια ή σε άλλη σελίδα. Το χάσιμο χρόνου αυξάνονταν εφόσον η επαφή με τον μεσίτη περνούσε μέσα από τηλεφωνήτριες που δεν ήταν σε θέση να δώσουν βασικές πληροφορίες, π.χ. για τη θέση του ακινήτου, και σε πήγαιναν τραινάκι από πρόσωπο σε πρόσωπο μέχρι να καταλάβεις ότι λόγω της θέσης του το ακίνητο δεν ήταν το κατάλληλο . Ήταν προφανές ότι έπρεπε να οργανωθώ πολύ πιο συστηματικά ώστε τουλάχιστον να ελέγχω καλύτερα το τι είχα δει και πότε. Έφτιαξα τυποποιημένους πίνακες όπου καταχώρησα τα ακίνητα που αναζητούσα με βασικά κριτήρια τα τετραγωνικά μέτρα, την τιμή και την περιοχή, καθώς και λεπτομέρειες σχετικά με το ακίνητο και τις ενέργειες που είχα κάνει. Με αυτό το «ημερολόγιο κίνησης» μπορούσα να ελέγξω καλύτερα αν είχα προσεγγίσει ένα ακίνητο ή να θυμηθώ ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες που ενδεχομένως να με βοηθούσαν σε μια επόμενη κίνηση. Έτσι υπήρχε πρόοδος, αλλά η κούραση κούραση!

Η σύγχυση των ορίων: Το «νοικοκυριό θέαμα»

Μετά από κάποιο καιρό άρχισαν να μου γίνονται πιο σαφείς οι στρατηγικές πολλών ιδιοκτητών. Καθώς βλέπουν να ανεβαίνει δυναμικά η αγορά, όλο και περισσότεροι βγάζουν προς πώληση άδεια αλλά και κατοικημένα διαμερίσματα, και μάλιστα ενοικιασμένα, όχι μόνο με μίσθωση αορίστου χρόνου αλλά και με εν ισχύ μισθωτήρια που προστατεύουν τους ενοικιαστές. Μάλιστα, όπως κατάλαβα από κάποιες περιπτώσεις που προχώρησε η διαπραγμάτευση, τα ακίνητα συχνά συνοδεύονται από νομικές (π.χ. υποθήκη) ή άλλες εκκρεμότητες (π.χ. έλλειψη νομιμοποίησης αυθαιρεσιών), καθώς επίσης τα χαρακτηριστικά τους στη σχετική διαφημιστική ανάρτηση (π.χ. τετραγωνικά) είναι ανακριβή, ενώ απουσιάζουν σημαντικά πιστοποιητικά, άρα δεν είναι «ώριμα» για πώληση, κάτι που εξίσου συχνά φαίνεται να παραβλέπουν οι μεσίτες που τα αναλαμβάνουν. Οι βιαστικές αυτές πρακτικές μοιάζει να γίνονται ο κανόνας καθώς αυξάνονται οι Έλληνες αγοραστές που βγάζουν τα χρήματα από το στρώμα και τη θυρίδα για να επενδύσουν σε ένα ακίνητο. Έτσι, σε συνδυασμό με στρατηγικά τεχνάσματα, προσθέτουν πολύ στην πολυπλοκότητα της αναζήτησης, αφού εισάγουν άλλο ένα, πρακτικά ασαφές επίπεδο διαπραγμάτευσης, παράγουν κρίσιμες καθυστερήσεις και συχνά οδηγούν σε ακύρωση της δικαιοπραξίας. Έχουν, όμως, και άλλες συνέπειες.

Θυμάμαι έντονα ένα σχετικό περιστατικό. Είχα ραντεβού με τη μεσίτρια να μου δείξει δύο διαμερίσματα στην ίδια πολυκατοικία, σε ανατολικό δήμο της πόλης. Όταν έφθασα, είδα στην είσοδο πολλά άτομα. Σε λίγο κατάλαβα ότι εκτός από εμάς περίμεναν για να δουν τα διαμερίσματα άλλοι δύο μεσίτες που είχαν μαζί τους γύρω στα έξι άτομα. Αυτό το σύνολο των δέκα ατόμων κυριολεκτικά εισέβαλε στα διαμερίσματα. Στο πρώτο, η νεαρή ενοικιάστρια, τελείως απαθής, εγκαταστάθηκε στο κρεβάτι της και άρχισε να κοιτάζει το κινητό της καθώς μπαινόβγαιναν στο υπνοδωμάτιο οι απρόσκλητοι επισκέπτες. Ήταν εντυπωσιακό. Έμοιαζε μέρος του ντεκόρ του υπό πώληση ακινήτου. Η ψύχραιμη αδιαφορία της ενέτεινε τη δυσφορία μου γι’ αυτό που συνέβαινε. Ένιωσα εξαιρετικά άβολα. Στο δεύτερο διαμέρισμα τα πράγματα δυσκόλεψαν ακόμη περισσότερο, όταν ένας εκ των υποψηφίων αγοραστών επιχείρησε να φωτογραφήσει με το κινητό του κάποια λεπτομέρεια του χώρου. Η πολύ έντονη αντίδραση του νεαρού ενοικιαστή, που μας υπενθύμισε τα δικαιώματά του, έδειχνε ότι αντιμετώπιζε με άλλο πνεύμα την εισβολή στον ιδιωτικό του χώρο. Σε κάθε περίπτωση, η «επίσκεψη» των υποψήφιων αγοραστών περιείχε τη βία της ηδονοβλεψίας: βλέπεις κάτι όχι μόνο χωρίς καμιά ενσυναίσθηση προς τον άλλον, αλλά και με (αρπακτική) διάθεση να του το πάρεις. Αυτή είναι μια ίσως ακραία όψη ενός γενικότερου φαινομένου των καιρών μας, της διάχυσης των ορίων ιδιωτικού και δημόσιου που στην αγορά ακινήτων ξεκινά από τη διαδικτυακή έκθεση του εσωτερικού, ιδιωτικού χώρου κατοικημένων διαμερισμάτων στο δημόσιο βλέμμα και εκτείνεται μέχρι την εισβολή άγνωστων ανθρώπων στον ιδιωτικό χώρο.

Βέβαια, υπήρχαν και άλλα διαμερίσματα πού είτε ήταν άδεια είτε κατοικούνταν από τους ιδιοκτήτες. Η επίσκεψη στα κενά διαμερίσματα είναι πιο απλή και λειτουργική διαδικασία, χωρίς περιπλοκές αφού δεν μεσολαβείται από την ανθρώπινη επαφή. Η εμπειρία της επίσκεψης των σπιτιών–«νοικοκυριών», όταν γινόταν από εμένα και τον μεσίτη, ήταν μια άλλη, πολύ διαφορετική υπόθεση, αφού έπαιρνε πιο «ανθρώπινη» μορφή. Εδώ η επίσκεψη συνοδεύονταν από την επικοινωνία και την παραγωγή της κοινωνικότητας, συνήθως με ηλικιωμένους ιδιοκτήτες, συχνά αμήχανους με αυτό που συνέβαινε, με την πρόκληση να πουλήσουν το σπίτι τους. Ήταν η επίσκεψη σε ένα «νοικοκυριό», αυτή τη μεταφυσική, και γι’ αυτό τόσο ισχυρή, ενότητα ανθρώπων και πραγμάτων, στην οποία τα πράγματα, όπως τα έπιπλα, τα πατώματα, τα πλακάκια ή οι τοίχοι ενός σπιτιού φανερώνονται στον επισκέπτη ως ιδιότητες αυτών που το κατοικούν· εντέλει μια ηθική έκθεση, μια συνάντηση προσώπων. Κάτι ανάμεσα στην κανονική επίσκεψη, όπου πηγαίνεις προσκεκλημένος και στην εισβολή του απρόσκλητου δυνάμει αγοραστή που περιέγραψα παραπάνω. Μέχρι και γνωστούς γνωστών και φίλων συνάντησα σε τέτοιες επισκέψεις! Για να μην πω για την αγαπητή συνάδελφο, με την οποία μοιραζόμαστε πολλούς κοινούς φίλους, που με έκπληξη αντίκρισα όταν με υποδέχτηκε ως υποψήφιο αγοραστή στην πόρτα του διαμερίσματός της. Αυτό και αν ήταν επίσκεψη! Σε κάθε περίπτωση, η αναζήτηση εξελίχθηκε σε μια εσωτερική περιπλάνηση στον οικιακό κόσμο των Αθηναίων μικροαστών και μεσοαστών.

Στο αρχείο της ελληνικής κατοικίας: Παλιές και νέες αισθητικές

Στη σύγχρονη ψηφιακή πραγματικότητα, όπως έχει ήδη γίνει σαφές, η περιπλάνηση δεν ξεκινά από το «πεδίο» αλλά από το «αρχείο». Διότι αυτό είναι οι διαδικτυακές πλατφόρμες εύρεσης κατοικίας: ένα πραγματικά τεράστιο αρχείο της ελληνικής κατοικίας, όπως διαμορφώθηκε στην πράξη τα τελευταία 60 χρόνια. Μέσα από τις εκατοντάδες χιλιάδες αναρτήσεις[5] ξεχειλίζει στη δημόσια σφαίρα η αισθητική του μικροαστικού διαμερίσματος. Κάθε βράδυ κατακλυζόμουν από τις εκατοντάδες φωτογραφίες των διαμερισμάτων με τους μικρούς χώρους και τους στενούς διαδρόμους, τα μικρά παράθυρα που διώχνουν το φως, τις σκοτεινές κουζίνες, το κιτς της διακόσμησης, τα μικρά μπαλκόνια στους ακάλυπτους. Αυτό που κατεξοχήν πληγώνει είναι τα πλακάκια στα μικροαστικά μπάνια! Αισθανόμουν ότι υποχρεώνομαι να δω αυτό που ως κάτοικος αυτής της πόλης είχα επιμελώς τοποθετήσει στο πίσω μέρος του μυαλού μου: την αβάσταχτα κακή αισθητική του εσωτερικού και τη γκρίζα ομοιομορφία του εξωτερικού κόσμου της αντιπαροχής.

Σε αυτόν τον καμβά αναδεικνύεται το παλιό διαμέρισμα που ανακαινίζεται από δραστήριους επενδυτές, σύμφωνα με την νέα αισθητική του Αirbnb, την αισθητική τύπου IKEA, συνήθως ψυχρή, άχρωμη αλλά και λειτουργική, μια αισθητική που όλο και περισσότερο αποτυπώνεται στις πρόχειρες ανακαινίσεις ολόκληρων πολυκατοικιών που διατίθενται για βραχυχρόνια μίσθωση.

Ο Κινέζος φίλος: Ιστορίες για αγρίους

Ήθελα δεν ήθελα, ως υποψήφιος αγοραστής που ψάχνει σπίτι σε περιοχές της Αθήνας, οι οποίες υφίστανται, κάποιες έστω έμμεσα, τις συνέπειες της τουριστικής ανάπτυξης και του υπερτουρισμού, άρχισα να νιώθω τα χνώτα του μεγάλου ανταγωνιστή. Ήταν ηλίου φαεινότερο ότι η έκρηξη της ζήτησης κατοικιών, από το 2018 και ύστερα, ήταν το συνθετικό αποτέλεσμα της χρυσής βίζας και της ανόδου της βραχυχρόνιας μίσθωσης που επέφερε η μεγάλη αύξηση του τουρισμού στην πρωτεύουσα. Και ότι αυτή η συνθήκη έλκυε το «ξένο κεφάλαιο». Απέναντί μου είχα όχι τόσο ομοίους μου, Έλληνες εργαζόμενους που ψάχνουν σπίτι για να μείνουν, αλλά ξένους, Κινέζους, Ρώσους, Τούρκους ή Ισραηλινούς, μικρούς και μεγάλους, επενδυτές που διακινούν «ζεστό χρήμα» και πιεστικά διεκδικούν ακίνητα. Αυτοί, ως οι κορυφαίοι «παίκτες» της αγοράς, βρίσκονταν στο πίσω μέρος του φαινομένου που με βασάνιζε. Όσο περισσότερο ευαισθητοποιούμουν στο ζήτημα, τόσο περισσότερο αναγνώριζα τα ίχνη του «Κινέζου φίλου». Οι έγκυρες ιστορίες από φίλους που γνωρίζουν τον χώρο πλήθαιναν: Για τον Κινέζο εκπρόσωπο επενδυτή, με τη «σακούλα τα μετρητά», που βγάζει τα μάτσα με Ευρώ για να δώσει χωρίς καμιά προεργασία καπάρο και να υπογράψει συμφωνητικό. Για τον άλλον που αγοράζει με απόλυτη αδιαφορία ένα ακίνητο, σχεδόν σαν να θέλει να ξεφορτωθεί το χρήμα που διαθέτει. Και βέβαια να μη ξεχάσω τον μυθικό κύριο Τσανγκ, που σύμφωνα με το ρεπορτάζ έχει ήδη 700 διαμερίσματα στην Αθήνα!

Ταυτόχρονα οι πληροφορητές μου με διαβεβαίωναν ότι οι Κινέζοι επενδυτές δεν πετάνε πλέον τα χρήματά τους. Κάνουν προσεκτική έρευνα αγοράς μέσα από τους εντόπιους συνεργάτες τους και έχουν αναπροσαρμόσει την στρατηγική τους: αντί για ένα ακίνητο αξίας πάνω από 250.000 ευρώ, προτιμούν δύο ή τρία μικρότερα της ίδιας συνολικής αξίας που θα τα εκμεταλλεύονται με βραχυχρόνια μίσθωση. Και όπως έμαθα πρόσφατα από μεσίτη, που ο προηγούμενος πελάτης του, υποψήφιος αγοραστής του διαμερίσματος που επισκεφθήκαμε, ήταν Κινέζος, τα προτιμούν να είναι ανακαινισμένα, του κουτιού. Πάλι καλά!

Κρίση στέγης: Εκτοπισμένοι όλης της πόλης ενωθείτε!

Η άλλη όψη του Ελντοράντο της αγοράς ακινήτων είναι η κρίση στέγης. Είναι προφανές. Ως εκτοπισμένος ενοικιαστής άρχισα να ανακαλύπτω ομοιοπαθούντες. Ομολογουμένως με έκπληξη διαπίστωσα ότι είμαστε πολλοί. Ένα αξιοσημείωτο ποσοστό στον κύκλο των φίλων και συναδέλφων είχε ανάλογες εμπειρίες. Η πεθερά και ο αδελφός αγαπητού φίλου αναγκάστηκαν να μετακομίσουν σε νέα διαμερίσματα την προηγούμενη χρονιά. Το ίδιο συνέβη με δύο καλούς συναδέλφους. Άλλοι φίλοι αναγκάστηκαν να βάλουν το σπίτι τους σε βραχυχρόνια μίσθωση και στη συνέχεια, μετά τη θέσπιση του φορολογικού μητρώου, να το αποσύρουν. Οι ιστορίες για εκπαιδευτικούς σε τουριστικές περιοχές που δεν βρίσκουν στέγη πολλαπλασιάζονται. Οι ειδήσεις για τους «αστέγους του Airbnb» αυξάνονται με γρήγορους ρυθμούς. Το ίδιο και οι μελέτες για τις επιπτώσεις της «οικονομίας διαμοιρασμού». Καθώς άρχισα να παρακολουθώ το σχετικό ρεπορτάζ, που προφανώς συναρτάται και με πολιτικές και επιχειρηματικές στρατηγικές, μου έκανε αίσθηση η ανημποριά των ηλικιωμένων που μαρτυρούσαν τις νέες διαστάσεις της συνεχιζόμενης υποβάθμισης της ζωής τους, η απουσία κινητοποιήσεων, με ελάχιστες εξαιρέσεις, και, ακόμη περισσότερο, η έλλειψη δυναμικών πολιτικών παρεμβάσεων. Η παράδοση στις μνημονιακές πολιτικές που επέτρεπαν την εξάπλωση του φαινομένου έμοιαζε πλήρης.

Ξένος στην πόλη μου

Καθώς περνούσε ο χρόνος και αναγκαστικά διεύρυνα όλο και περισσότερο τα κριτήρια της αναζήτησης, γινόταν φανερό ότι είχα μπροστά μου την πρόκληση μιας σημαντικής αλλαγής. Μετά από πολλά χρόνια θα έπρεπε ενδεχομένως να αλλάξω γειτονιά, να εγκαταλείψω τις οικείες διαδρομές και τις κοινωνικότητες που τις συνοδεύουν και να προσαρμοστώ σε ένα νέο περιβάλλον, μια αναγκαστική εσωτερική μετανάστευση στην ίδια μου την πόλη. Όντας μια ζωή στο νοίκι, είχα και στο παρελθόν αναγκαστεί να μετακομίσω. Ωστόσο, παλιότερα και παρά το γεγονός ότι ήμουν οικονομικά πολύ ασθενέστερος, είχα καταφέρει να διατηρήσω κάποιες σταθερές, όπως για παράδειγμα να μείνω στην ίδια συνοικία. Τώρα αυτό έμοιαζε πολύ δύσκολο. Ακόμη πιο κρίσιμο ήταν το ερώτημα αν θα μπορούσα να διατηρήσω το, έτσι κι αλλιώς λιτό, επίπεδο ζωής και τις λεπτές ισορροπίες που με κόπο χτίζονται μέσα στον χρόνο γύρω από σταθερά γεωγραφικά σημεία αναφοράς. Για το δέος της μετακόμισης δυσκολεύομαι να πω οτιδήποτε!

Παράλληλα συνειδητοποιούσα την εξαιρετικά έκκεντρη θέση την οποία καταλάμβανα στην αγορά ακινήτων, που όλο και περισσότερο έμοιαζε με λάκκο των λεόντων. Δεν με απασχολούσε μόνον η αναντιστοιχία των δικών μου ενδιαφερόντων στην αξιακή ιεραρχία της αγοράς, η μικρή σχέση που είχε το φωτεινό και ήσυχο διαμέρισμα που έψαχνα, με τον ικανό αριθμό τοίχων για να βάλω τις πολλές βιβλιοθήκες και την άνετη βεράντα για να ακουμπήσω τις γλάστρες μου, με το τζάκι, το μπάρμπεκιου, το τσακούζι και το γκαράζ που «πρόσφεραν» κάποιοι φιλότιμοι μεσίτες για να με δελεάσουν. Με προβλημάτιζε ακόμη περισσότερο η δυσκολία να πείσω τους συνομιλητές μου ότι δεν ήμουν «παίκτης», Κινέζος επενδυτής μεταμφιεσμένος σε Έλληνα, όπως συχνά τους έλεγα αστειευόμενος, αλλά απλά ένας εκτοπισμένος ενοικιαστής σε αναζήτηση στέγης. Το σημαντικότερο, ενώ έψαχνα να βρω ένα σπίτι να μείνω, με αξιοπρέπεια, σε λογική τιμή, που να αντιστοιχεί στα οικονομικά, και κυρίως μισθολογικά, δεδομένα της χώρας στην οποία ζω, χωρίς να θέλω να εκμεταλλευθώ τη δυσπραγία των συμπολιτών μου, είχα βρεθεί, στην κυριολεξία είχα πέσει σε μια αρένα αδιαφανούς, επιθετικού ανταγωνισμού ανάμεσα σε κυνηγούς ευκαιριών, σε ένα γυμναστήριο τακτικισμού και τεχνασμάτων, σε ένα χομπσιανό κόσμο αντάξιο της θεατρικής φαντασίας του Ντέιβιντ Μάμετ.

Καθώς σωρεύονταν οι εντυπώσεις και άρχισα να τις εντάσσω σε ένα ευρύτερο πλαίσιο σχετικών προβληματισμών, γινόταν σαφές ότι αυτό που βίωνα ξεπερνούσε κατά πολύ τον ορίζοντα της προσωπικής εμπειρίας. Όλοι αυτοί, όλοι εμείς, φαινόμασταν να χορεύουμε τον σκοπό μιας νέας, εισαγόμενης (;) μουσικής, της μουσικής που λέγεται Αγορά, με τρόπους σύμμικτους, που μπέρδευαν τις παλιές με νέες, ανερχόμενες συνήθειες. Όλοι μας ασκούμαστε στην άναρχη εμπορευματοποίηση του σπιτιού, στη διάχυση των ορίων ιδιωτικού και δημόσιου, στη διαδικτυακή γνώση και κοινωνικότητα, στα τεχνάσματα που υπαγορεύει η μεγιστοποίηση του οφέλους. Και όλα αυτά, στο όνομα του προκλητικού υβριδίου που είναι η ατελής σύνθεση της ανάγκης για επιβίωση με την ευκαιρία του κέρδους.

Είναι ξεκάθαρο: αυτό στο οποίο είχα βρεθεί όλον τον καιρό της αναζήτησης στέγης, η λεγόμενη «αγορά ακινήτων», δεν είναι παρά ένα εκπαιδευτήριο στον υπαρκτό νεοφιλελευθερισμό.[6]

 

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΒΙΑΙΟΙ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΔΙΑΜΟΙΡΑΣΜΟΥ

Η αγορά ακινήτων σε έξαψη, η στέγη σε κρίση: ιδού ένα από τα κορυφαία «παράδοξα» των καιρών μας που αξίζει περισσότερη σκέψη. Οι διαδικασίες διαφοροποίησης που περιέγραψα παραπάνω στενά συναρτώνται με αυτό που ονομάζεται «οικονομία διαμοιρασμού». Πρόκειται για ένα προκλητικό οξύμωρο: η παραγωγή νέου τύπου ανισοτήτων στην εξισωτική συσκευασία του μοιράσματος, συνδυασμός καθόλου πρωτότυπος και πάντα ερεθιστικός στο γνωστικό επίπεδο.

Για να το θέσω διαφορετικά, αυτό που συμβαίνει με τις βραχυχρόνιες μισθώσεις και τη χρυσή βίζα στην αγορά στέγης αστικών περιοχών που βιώνουν άμεσα ή έμμεσα τον υπερτουρισμό είναι ένα κοινωνικά αντιφατικό και πολιτικά σύνθετο ζήτημα. Αφορά σε διαφορετικές κατηγορίες ανθρώπων –εργαζόμενους και συνταξιούχους, μικρούς ιδιοκτήτες αλλά και μεσαίους και μεγάλους, Έλληνες και ξένους, επενδυτές–, εμπλέκει συγκρουόμενες κατηγορίες συμφερόντων, όπως είναι οι ξενοδόχοι καθώς και όσοι πλήττονται από την κρίση στέγης, από την μια πλευρά, και οι επωφελούμενοι με ποικίλους τρόπους, άμεσα ή έμμεσα, από την «οικονομία διαμοιρασμού» της στέγης, από την άλλη· και το σημαντικότερο: περιλαμβάνει εκδοχές της βραχυχρόνιας μίσθωσης με ριζικά διαφορετικά χαρακτηριστικά και συνέπειες. Διότι άλλο πράγμα είναι η αυθεντική «οικιακή» εκδοχή του Airbnb, του Airbnb της συγκατοίκησης του ιδιοκτήτη με τον «φιλοξενούμενο», που σήμερα στην Αθήνα αποτελεί ένα ασήμαντο ποσοστό του συνόλου, αφού είναι πολιτισμικά σχεδόν αδιανόητο, άλλο είναι το μικρό και μεσαίο (επιχειρηματικό) Airbnb, που δεν συνοδεύεται από συγκατοίκηση και συχνά εμπλέκει το δεύτερο σπίτι της οικογένειας, και, τέλος, άλλο είναι το ανερχόμενο μεγάλο επιχειρηματικό Airbnb που ισοδυναμεί με μαϊμού ξενοδοχείο και αποτελεί παράγοντα μεγάλων ανισοτήτων.[7] Ένα είναι βέβαιο. Η βραχυχρόνια μίσθωση ακινήτων, στον βαθμό που σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες παράγει κρίση στέγης, αποτελεί κορυφαίο κοινωνικό ζήτημα.

Ξεκινώντας από την εμπειρία μου θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι το ζήτημα του «διαμοιρασμού στέγης» πηγαίνει πολύ βαθύτερα. Γι αυτό, και παρά τους κινδύνους δαιμονοποίησης των βραχυχρόνιων μισθώσεων, αξίζει να επιμείνουμε στην κριτική του κατανόηση. Σε αυτήν την κατεύθυνση στη συνέχεια θα ήθελα, πρώτον, να διακρίνω κάποιες πλευρές του ζητήματος που πρέπει να προσέξουμε περισσότερο και, δεύτερον, να επιχειρήσω την τοποθέτηση του «διαμοιρασμού στέγης» σε ένα ευρύτερο πλαίσιο.

Αν ήταν να ξεχωρίσω κάποια χαρακτηριστικά σημεία γενικότερης σημασίας από αυτήν την εμπειρία θα στεκόμουν στην μεγάλη ένταση και την ταχύτητα εξάπλωσης του φαινομένου, στις ιεραρχικές διαστρωματώσεις που παράγονται ανάμεσα στις διαφορετικές κατηγορίες υποκειμένων που εμπλέκονται σε αυτό, και, τέλος, στη βία που διακινείται στο διαστρωματωμένο πεδίο της «αγοράς ακινήτων» χαρακτηρίζοντας έτσι τον μετασχηματισμό που συμβαίνει όχι μόνο στον αστεακό χώρο αλλά και συνολικότερα στις σχέσεις και τις νοοτροπίες.

Μια βίαιη διαδικασία

Κινητήρια δύναμη του φαινομένου που περιγράφω είναι η μεγάλη άνοδος των επενδύσεων σε ακίνητα σε πόλεις που γνωρίζουν μεγάλη τουριστική ανάπτυξη. Αυτή οφείλεται σε έναν συνδυασμό παραγόντων: στην εσωτερική υποτίμηση των αξιών, άρα και των ακινήτων, στη δημιουργία κινήτρων σε ξένους για επένδυση στη στέγη με τη θεσμοθέτηση της «χρυσής βίζας» και, το σημαντικότερο, στη ραγδαία, θα λέγαμε εκρηκτική, ανάπτυξη του Airbnb ως εναλλακτικού μοντέλου τουρισμού που αποκρίνεται στην αύξηση της ζήτησης. Η ίδια δυναμική λειτουργεί και ως ευκαιρία επανόρθωσης της ζημιάς που υπέστησαν από την κρίση οι χρεωμένοι μικρο-ιδιοκτήτες και αναπλήρωσης του χαμένου χρόνου με την επιστροφή στην «κανονικότητα». Σε αυτές τις συνθήκες, ο Κινέζος αγοραστής, η επιτομή του ξένου επενδυτή, μοιάζει να λειτουργεί ως εσωτερικός πολλαπλασιαστής. Καθώς εισβάλλει με ένταση στην αγορά ακινήτων αλλάζει ριζικά τα δεδομένα: πολλαπλασιάζει τις ταχύτητες, τις συναλλαγές, τις αξίες.

Ιδιαίτερα ο αδηφάγος επενδυτής προκαλεί τα καταπιεσμένα ανακλαστικά του Έλληνα μικρο-ιδιοκτήτη, χρεωμένου ή μη, τον παρασύρει σε ένα σπιράλ συναλλαγών το οποίο ο ενδιάμεσος μεσίτης, που ζει και αυτός με τη σειρά του το δικό του όνειρο, ανεπιτυχώς προσπαθεί να οργανώσει, όταν και αν του δίνεται η δυνατότητα. Στη βάση αυτής της πυραμίδας βρίσκεται ο ενοικιαστής που, καθώς το φαινόμενο εξελίσσεται με ταχύτητα, κινδυνεύει να παγιδευτεί σε μια συνθήκη σύγχυσης και ανημποριάς και εντέλει να βρεθεί χωρίς στέγη. Δέχεται ποικίλες μορφές πίεσης (ακόμη και την απειλή άσκησης φυσικής βίας) από τον ιδιοκτήτη με αποκορύφωμα τη βία της έξωσης. Ο φάκελος με το εξώδικο που κολλήθηκε με σελοτέιπ από τον δικαστικό επιμελητή στην πόρτα του διαμερίσματός μου, ζητώντας μου να το εγκαταλείψω εντός λίγων βδομάδων, αποτελεί οδυνηρή υπενθύμιση της αγριότητας και της επισφάλειας που συνοδεύει τη θέση του ενοικιαστή.

Στις λίγες περιπτώσεις που μπορεί, ο ενοικιαστής επιχειρεί να μετεξελιχτεί σε ιδιοκτήτη. Ως αγοραστής βιώνει τη σύγχυση που διαπερνά την αγορά ακινήτων, συμμετέχει στην αναπαραγωγή των αντιφάσεων που χαρακτηρίζουν την αγορά ακινήτων ως κοινωνικό πεδίο, αλλά και αγωνιά να διατηρήσει ένα επίπεδο ζωής απέναντι σε ισχυρούς ανταγωνιστές που τον πιέζουν προς τα κάτω. Ταυτόχρονα γίνεται ο ίδιος ιμάντας μεταβίβασης της βίας, αφού άθελά του ανακυκλώνει την πίεση που δέχτηκε στους ενοικιαστές των σπιτιών που ενδιαφέρεται να αγοράσει. Αν ο ενοικιαστής δεν μπορεί να αγοράσει, κάτι που ισχύει στις περισσότερες περιπτώσεις, βρίσκεται μπροστά σε αδιέξοδο ή στη σοβαρή υποβάθμιση της ζωής του.

Η χρονικότητα της βουβής βίας

Στην αγορά ακινήτων, όπως και σε πολλές άλλες πρακτικές, ο χρόνος είναι πρωτεύον πεδίο αναμέτρησης των εμπλεκομένων μερών. Είναι σίγουρα ένα αντιφατικό πεδίο, αφού συχνά λειτουργεί διαφορετικά στη σχέση ιδιοκτήτη-ενοικιαστή από ό,τι στη σχέση ιδιοκτήτη-αγοραστή. Στην σχέση ιδιοκτήτη-ενοικιαστή, ο πρώτος επείγεται να απαλλαγεί από τον δεύτερο για να αξιοποιήσει διαφορετικά το ακίνητο. Γι’ αυτό και εδώ η βία παίρνει μια πρώτη μορφή πίεσης χρόνου. Στη σχέση ιδιοκτήτη-υποψήφιου αγοραστή ο χρόνος τρέχει υπέρ του ισχυρότερου από την πλευρά της προσφοράς και της ζήτησης. Στις σημερινές συνθήκες αυξημένης ζήτησης, η παράταση της διαπραγμάτευσης φαίνεται να λειτουργεί υπέρ του ιδιοκτήτη, ιδιαίτερα αν το ακίνητο δεν είναι άδειο, και εναντίον του αγοραστή που απλά ψάχνει σπίτι για να μείνει. Μια πρόσφατη εμπειρία μου είναι χαρακτηριστική. Αφού εκδήλωσα το μεγάλο μου ενδιαφέρον για ένα διαμέρισμα, πληροφορήθηκα από τον μεσίτη ότι στο διάστημα που είχε μεσολαβήσει από την τελευταία του επικοινωνία με τον ιδιοκτήτη η τιμή είχε ανέβει κατά 12%. Μετά ο ιδιοκτήτης, άνθρωπος της αγοράς, με έβαλε σε, μάλλον εικονικό, ανταγωνισμό με κάποιον άλλον ενδιαφερόμενο, για να καταλήξει ότι με προτιμά, αφού δεν ζητώ γκαράζ. Στη συνέχεια, όταν, όντως προβληματισμένος, ζήτησα την κάτοψη του ακινήτου, δυσανασχέτησε και πρόσθεσε τον ενοικιαστή (που είχε συμβόλαιο) και την απελευθέρωση του διαμερίσματος ως παράμετρο της διαπραγμάτευσης, εννοώντας ότι θα έπρεπε εγώ να χρεωθώ την σχετική αποζημίωση. Τέλος, όταν διέβλεψε ότι η τακτική αυτή κίνηση δεν θα αποδώσει, με ενημέρωσε ότι ανανέωσε το συμβόλαιο με τον ενοικιαστή γι’ άλλον ένα χρόνο. Αν ήθελα μπορούσα να περιμένω, μου είπε ευγενικά. Έτσι γίνεται η δουλειά!

Για να το θέσω διαφορετικά: σε αυτές τις συνθήκες, η βία οργανώνεται γύρω από τη διαχείριση του χρόνου. Εντέλει, τον ρυθμό καθορίζουν οι ξένοι μεγαλο-επενδυτές, που αγοράζουν επιθετικά δημιουργώντας υψηλές προσδοκίες σε μικρο-ιδιοκτήτες και υποψήφιους πωλητές, ακολουθούν οι μικρότεροι επενδυτές, μετά αυτοί που θέλουν απλά να αγοράσουν σπίτι για να μείνουν και, τέλος, οι απελπισμένοι ενοικιαστές που ψάχνουν για στέγη. Πρόκειται για έναν άνισο αγώνα δρόμου, όπου οι ασθενέστεροι υφίστανται τη μεγαλύτερη πίεση, ιδιαίτερα στον βαθμό που τη διακινούν μεταξύ τους.

Η βία αυτή, στον βαθμό που αφορά την κατοικία και την οικιακότητα, φτάνει σε βάθος. Πρόκειται για μεγάλη, βαθιά, βίαιη διαταραχή στα «οντολογικά» θεμέλια της ελληνικής κοινωνίας, στο ίδιο το «νοικοκυριό». Μιλάμε για την εμπορευματοποίηση της οικιακότητας, για την επαπειλούμενη άλωση του «νοικοκυριού» από την Αγορά. Το «νοικοκυριό», η ισχυρότερη κανονιστική βάση του κοινωνικού βίου, πεδίο παραγωγής της διαγενεακής, συγγενειακής αλληλεγγυότητας και του κοινωνικού προσώπου αλλά και άσκησης της κυριαρχίας, κορυφαίο σύμβολο ευταξίας και αυτονομίας, καταφύγιο και ύστατο μέσο επιβίωσης, έρχεται αντιμέτωπο με την Αγορά. Καλείται να μεταμορφωθεί για να απαντήσει στην πρόκληση του ψηφιακού καπιταλισμού.[8] Αυτή και αν είναι πολιτισμική τομή! Είναι εξίσου μεγάλη ανατροπή των κατεστημένων τρόπων, της «παράδοσης», όσο είναι και η απάρνηση της κληρονομιάς, του κληρονομικού σπιτιού ή κτήματος, λόγω χρεών, πρακτική που βίαια διαρρηγνύει την ενότητα της συγγενειακής ομάδας και διακόπτει την αναπαραγωγή του κοινωνικού προσώπου.[9]

Έτσι, τώρα, στην εποχή της «κανονικότητας», η βία εσωτερικεύεται, αφού παύει να ασκείται από τα έξω ως «μνημονιακός» καταναγκασμός, αλλά διακινείται και αναπαράγεται από τα μέσα, από τα ίδια τα θύματα της κρίσης, από τους καθημαγμένους «νοικοκυραίους» που την ασκούν στο πλαίσιο των διαφορετικών θέσεων που καταλαμβάνουν στην ανερχόμενη αγορά. Αυτή η βία εγκαθίσταται στο εσωτερικό της «κουρασμένης» κοινωνίας για να συναντήσει πιο παραδοσιακές μορφές έμφυλης και οικογενειακής βίας, καθώς και άλλες, νεώτερες μορφές διαπολιτισμικής βίας. Μιλάμε για βουβή βία, για τον βίαιο εκ-καπιταλισμό της οικιακότητας, καθόλα νόμιμο από τη σκοπιά της Αγοράς· βία που βιώνεται μοναχικά, αφού σπάνια ρηματοποιείται, ενώ νομιμοποιείται από το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο, το οποίο σαφώς συντάσσεται με τη μεριά της ιδιοκτησίας.

Όσο πιο κάτω βρίσκεσαι σε αυτήν την άτυπη και τόσο ουσιαστική ιεραρχία της οικονομικής δύναμης τόσο πιο εκτεθειμένος είσαι στη διακινούμενη βία. Οι άνεργοι, τα νεαρά ζευγάρια εργαζόμενων, οι συνταξιούχοι, οι εκπαιδευτικοί και άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι που εργάζονται εκτός έδρας σε υπερτουριστικές περιφέρειες ξέρουν καλά για τι μιλώ, αφού το έχουν νοιώσει στο πετσί τους. Και αν κάποιοι μέσα από τις συνδικαλιστικές τους ενώσεις μπορούν κάπως να αντιδράσουν, η πλειονότητα παρακολουθεί ανήμπορη τον βίαιο μετασχηματισμό της ίδιας τους της ζωής.

«Εάλω η πόλις»: Ένας απρόβλεπτος, αντι-δημοκρατικός μετασχηματισμός του χώρου

Η χωρική διάσταση του φαινομένου είναι εξίσου σημαντική. Η βραχυχρόνια μίσθωση φαίνεται να ξεκινά από τις τουριστικές περιοχές των μεγάλων πόλεων, όπως η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη, αλλά και τα Χανιά, το Ρέθυμνο και η Κέρκυρα, κυρίως αλλά όχι αποκλειστικά στο ιστορικό τους κέντρο, να αναπτύσσεται, ιδιαίτερα τα τελευταία δύο χρόνια, με όλο πιο ραγδαία ταχύτητα σε υποβαθμισμένες περιοχές του κέντρου και να επεκτείνεται σε περιφερειακούς δήμους, σε ζώνες αμιγούς κατοικίας. Χωρίς αμφιβολία το φαινόμενο του Airbnb είναι γεωγραφικά προσδιορισμένο, και σε αυτή τη βάση πρέπει να αξιολογηθεί. Οι ειδικοί μιλούν για «τσουνάμι». Εκτιμώ ότι η έκταση και η έντασή του είναι εξαιρετικά μεγάλες, σίγουρα πολύ μεγαλύτερες από αυτές που καταγράφουν κάποιες επίσημες εκθέσεις.[10]

Η πολυκατοικία, λίγες δεκάδες μέτρα από το σπίτι μου, που σε ελάχιστο χρόνο διαμορφώθηκε από Κινέζους και Κύπριους επενδυτές σε Airbnb, ή η άλλη πολυκατοικία στα ανατολικά όρια του Δήμου Αθηναίων που είχε την ίδια τύχη την ίδια περίοδο, και πολλές άλλες αντίστοιχες κινήσεις σε μη τουριστικές περιοχές επιβεβαιώνουν την παραπάνω εκτίμηση. Οι εξόριστοι του κέντρου μεταφέρουν την πίεση στις περιφέρειες όπου αναζητούν στέγη, αυξάνοντας σε δυσθεώρητα ύψη τα ενοίκια και, εντέλει, αν μπορούν, συμμετέχοντας ως περιθωριακοί «παίκτες» στην αγορά ακινήτων. Μέσα στον επενδυτικό πυρετό που έχει καταλάβει την αγορά ακινήτων, μεσίτες και ιδιοκτήτες μαζί, ο εργαζόμενος που αναζητά να αγοράσει στέγη με τις οικονομίες του αρχίζει να μοιάζει με επαίτη!

Η πόλη αλλάζει χωρίς σχεδιασμό, οι χρήσεις γης μπερδεύονται άναρχα, προκαλώντας συγκρούσεις. Με κίνδυνο να επαναλάβω κοινοτοπίες, διαπιστώνω ότι ολόκληρες περιοχές της Αθήνας μετατρέπονται σε έκθεμα, εγκαταλείπονται αναγκαστικά από τους κατοίκους τους και παραδίδονται στο αρπακτικό βλέμμα των καταδρομέων της αναψυχής. Το Airbnb παράγει τουριστικά γκέτο που εκ των πραγμάτων ακυρώνουν την προγραμματική αναφορά στον «τουρισμό της εμπειρίας». Διότι τι είδους εμπειρία είναι αυτή που αποκτά κανείς περιδιαβάζοντας γειτονιές μιας πόλης που έχουν μετατραπεί σε άδεια τουριστικά εκθετήρια, εγκαταλειμμένα από τους κατοίκους τους; Στο όνομα μιας στενής, οικονομίστικης αντίληψης της «ανάπτυξης», που προκρίνει την οικονομική μεγέθυνση ως την κύρια διέξοδο από την κρίση, στη νέα συσκευασία της δημοφιλούς «οικονομίας του διαμοιρασμού», ο υπερτουρισμός σαρώνει τα πάντα.

Διαμοιρασμός: Οξύμωρο του υπαρκτού νεοφιλελευθερισμού

Ο διαμοιρασμός ή μοίρασμα είναι μια γοητευτική έννοια. Παραπέμπει στη νομή, στην από κοινού χρήση, κυριολεκτική ή μεταφορική, αγαθών, ιδιοτήτων ή ουσιών, δηλαδή σε μια πρακτική που παράγει σχέσεις με ειδικό περιεχόμενο. Όπως όλες οι κοινωνικές πρακτικές, ο διαμοιρασμός είναι πολιτισμικά συγκροτημένος, δηλαδή διαθέτει συμβολικό νόημα που ποικίλλει από κοινωνία σε κοινωνία. Ωστόσο, πίσω από την ποικιλία των συμβολικών του συνδηλώσεων, στο επίπεδο των κινήτρων, συχνά βλέπουμε να λανθάνει ένας κοινός προσανατολισμός που παραπέμπει στην υπέρβαση της εγχρήματης ανταλλαγής. Γι αυτό ο διαμοιρασμός τοποθετείται από πολλούς απέναντι στην ιδιοτέλεια και, κυρίως, στο αγοραίο κέρδος.

Η πρακτική του διαμοιρασμού είναι ιδιαίτερα αναπτυγμένη σε προ-καπιταλιστικές κοινωνίες, όπως στους σύγχρονους τροφο-συλλεκτικούς πληθυσμούς της Αφρικής και της Ασίας, όπου συνδυάζεται με την κινητικότητα και την απουσία ατομικής ιδιοκτησίας. Γι’ αυτό από νωρίς απασχόλησε την κοινωνική ανθρωπολογία.[11] To εμβληματικό έργο του Marcel Mauss, Το δώρο,[12] και μια ολόκληρη παράδοση σκέψης που εμπνέεται από αυτό έχουν προσεγγίσει τον διαμοιρασμό ως ορισμένη μορφή γενικευμένης αμοιβαιότητας με ισχυρές εξισωτικές συνδηλώσεις, φέρνοντάς τον έτσι στο επίκεντρο σημαντικών συζητήσεων που συνεχίζονται μέχρι σήμερα. Παράλληλα, η μελέτη του Mauss έχει εμπνεύσει την αντι-καπιταλιστική φαντασία, η οποία στον διαμοιρασμό αναζητά μια άλλη πολιτισμική λογική οργάνωσης του «οικονομικού», στις κατευθύνσεις που διερευνούν, για παράδειγμα, ο Karl Polanyi στον Μεγάλο μετασχηματισμό, το κίνημα M.A.U.S.S. στη Γαλλία και όσοι στοχάζονται κριτικά γύρω από το ζήτημα της αξίας.[13]

Ο παραπάνω προβληματισμός σίγουρα τροφοδοτεί κάποιες σύγχρονες πολιτικές και κοινωνικές χρήσεις της έννοιας του διαμοιρασμού που παραπέμπουν στα λεγόμενα «κοινά», δηλαδή στη νομή δημόσιων αγαθών, καθώς και σε οικονομικές πρακτικές που επιχειρούν να υπερβούν τη λογική της καπιταλιστικής αγοράς.[14] Με την τελευταία αυτή κατηγορία φαίνεται να συγγενεύει ως έναν βαθμό και η «οικονομία διαμοιρασμού», η οποία γίνεται αντιληπτή ως η παραχώρηση από έναν καταναλωτή σε έναν άλλον προσωρινής πρόσβασης σε αδρανή φυσικά περιουσιακά στοιχεία του, πιθανώς με χρηματικό αντίτιμο. Σε ένα πιο επίσημο πλαίσιο, αυτό των πολιτικών της ΕΕ, η οικονομία διαμοιρασμού ορίζεται ως οικονομικό σύστημα που λειτουργεί αποκλειστικά μέσω διαδικτύου, χρησιμοποιείται από ιδιώτες χωρίς ή με αμοιβή και βασίζεται στην κοινή χρήση αγαθών που μπορεί να χρησιμοποιούνται μερικώς. Σε αυτό το πλαίσιο τοποθετείται και ο διαμοιρασμός της στέγης.

Όλα αυτά στη θεωρία. Στην πράξη όμως του μεγάλου αλλά και του μικρού επιχειρηματικού Airbnb, που κυριαρχεί απόλυτα, ο λεγόμενος «διαμοιρασμός στέγης» είναι ένας ευφημισμός, αφού δεν έχει καμιά σχέση με τις προγραμματικές συνδηλώσεις της «φιλοξενίας», του ήπιου «τουρισμού της εμπειρίας» ή της συνομιλίας των πολιτισμών. Στην πραγματικότητα, η έννοια λειτουργεί ιδεολογικά ως άλλοθι για αμιγώς καπιταλιστικές πρακτικές που παράγουν μεγάλες ανισότητες. Μιλάμε για την όψη ενός άγριου, αδηφάγου καπιταλισμού, του «καπιταλισμού της ψηφιακής πλατφόρμας»,[15] που στην περίπτωσή μας φαίνεται να δρα ανεξέλεγκτα με πολλαπλά αρνητικές επιπτώσεις στις ζωές των ανθρώπων. Δομικά, ισοδυναμεί με άναρχη ανάπτυξη. Κοινωνικά, λειτουργεί διαφοροποιητικά, παράγοντας ανισότητες, ανταγωνισμό και βία. Ηθικά, διαφθείρει τους ανθρώπους. Στην ευρύχωρη αγκαλιά του ύστερου καπιταλισμού της ψηφιακής πλατφόρμας, του ψηφιακού καπιταλισμού, αναπαράγεται ένα έκτρωμα. Πρόκειται για τον νεο-φιλελευθερισμό που συνεχίζει να μπολιάζει την ελληνική πραγματικότητα αποκτώντας ρίζες, για τον καθ’ ημάς «υπαρκτό νεοφιλελευθερισμό».

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Αναφέρομαι στα προηγούμενα άρθρα μου στα Σύγχρονα Θέματα: για την πολιτική κρίση («Διαταραχή κορυφής»), για την προσφυγική κρίση («Μια μεγάλη ανατροπή;») και για τις επιπτώσεις της ανθρωπιστικής διακυβέρνησης του προσφυγικού («Ασκήσεις συμβίωσης»). Θερμές ευχαριστίες στις Έφη Αβδελά , Βενετία Καντσά, Έφη Πλεξουσάκη, Κατερίνα Ροζάκου, Μαρίκα Ρόμπου Λεβίδη και Δήμητρα Σαμίου για τα σχόλια και τη στήριξη.

2. Για λόγους μεθοδολογικής ακρίβειας, δυο παρατηρήσεις: Πρώτον, το συγγραφικό υποκείμενο της εργασίας και ο ήρωας του οδοιπορικού δεν ταυτίζονται απόλυτα. Στην πραγματικότητα, ο ταξιδιώτης στην αγορά ακινήτων δεν είναι ένα αλλά δύο πρόσωπα, που μοιράζονται πολλά στη ζωή, περιλαμβανομένης και αυτής της περιπέτειας. Δεύτερον, η έννοια «σπίτι» από την πλευρά των συνοδοιπόρων αυτής της ιστορίας αναφέρεται σε περισσότερα του ενός ακίνητα, ένα εκ των οποίων βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα που λέγεται «διαμοιρασμός». Αυτά, και όχι μόνο για την ιστορία.

3. Η παρούσα «εργασία» βασίζεται σε επισκόπηση της σχετικής αρθρογραφίας, ελληνικής και ξένης, αλλά κυρίως εμπνέεται από την εμπειρία αναζήτησης στέγης. Στη διάρκεια της εθνογραφικής μου περιπλάνησης στην αγορά ακινήτων της Αθήνας ενδιαφέρθηκα για πολλές δεκάδες διαμερίσματα και επισκέφθηκα πάνω από 30 ακίνητα. Το σημαντικότερο, συνεργάστηκα με πολλές μεσίτριες και μεσίτες που μέσα από τις συνομιλίες μας μού άνοιξαν ένα παράθυρο σε αυτόν τον άγνωστο για μένα κόσμο. Θερμά τις και τους ευχαριστώ!

4. Μέσα στο τόσο ρευστό πεδίο που είναι η αγορά ακινήτων, η εικόνα που περιγράφω είναι αναπόφευκτα χωρο-χρονικά ορισμένη και ενδεχομένως συγκυριακή. Αυτό θα έλεγα ότι είναι ενδημικό χαρακτηριστικό της εθνογραφίας της «κρίσης».

5. Μόνον η σελίδα της Χρυσής Ευκαιρίας στις 26.2.2019, στο πεδίο «Property», είχε 531.819 αγγελίες.

6. Αφετηριακό σημείο για τη διαπραγμάτευση αυτού του κορυφαίου ζητήματος είναι η διαφοροποίηση, στο αναλυτικό επίπεδο, του «πρακτικού νεοφιλελευθερισμού» από τον «θεωρητικό νεοφιλελευθερισμό ». Βλ. το σχετικό αφιέρωμα του περιοδικού Social Anthropology (τεύχη 20 [2012] και 21 [2013]) στην «ιστορική ανθρωπολογία του υπαρκτού νεοφιλελευθερισμού» και, ιδιαίτερα, τις συμβολές των Johanna Bockman, Stephen Collier, Mathieu Higgers και Loic Wacquant.

7. Βλ. Δ. Μπαλαμπανίδης /Ε. Παπατζανή/Δ. Πέττας, «Η επέκταση του Airbnb στην Αθήνα: Επιπτώσεις για την κατοικία, θεσμικές ρυθμίσεις και εναλλακτικές», Γεωγραφίες, Νήσος, Αθήνα (υπό δημοσίευση).

8. Η σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές πόλεις που πάσχουν από υπερτουρισμό είναι ιδιαίτερα παραγωγική. Ενδεικτικά, βλ. Brigitte Borm, «Welcome home: An ethnography on the experiences of Airbnb hosts in commodifying their homes», στο Urte Undine Frömming /Steffen Köhn/ Samantha Fox /Mike Terry (επιμ.), Digital Environments: Ethnographic Perspectives across Global Online and Offline Spaces, transcript Verlag, 2017, σ. 39-52.

9. Για το σημαντικό αυτό ζήτημα ενδεικτικά, βλ. τις εθνογραφικές εργασίες της Θεοδώρας Βέττα και του David Knight.

10. Τα ποσοτικά στοιχεία που έχουμε προέρχονται είτε από την ίδια την Airbnb είτε βασίζονται σε κάποιες (είναι αλήθεια τις μεγαλύτερες) από τις πολλές σχετικές πλατφόρμες, άρα καλύπτουν ένα μέρος του φαινομένου. Επίσης δεν περιλαμβάνουν τα άτυπα δίκτυα πελατών που πολλοί μικρο-μεσαίοι στήνουν για να αποφύγουν τις μεγάλες διαδικτυακές πλατφόρμες.

11. Θανάσης Κουραβέλος (επιμ.), Κοινωνίες μοιράσματος: Οι σύγχρονοι απλοί τροφοσυλλέκτες, Κείμενα των Μάρσαλ Σάλινς, Νιούριτ Μπερντ – Ντέηβιντ, Άλαν Μπάρναρντ, Τζέημς Γούντμπερν, Κάρεν Έντικοτ, Τζωρτζ Σίλμπερμπαουερ, Τιμ Ίνγκολντ, Ρίτσαρντ Λη, μτφρ.: Θανάσης Κουραβέλος, Πολιτειακές Εκδόσεις, 2009.

12. Marcel Mauss, Το δώρο: Μορφές και λειτουργίες της ανταλλαγής, πρόλ. Σωτήρης Δημητρίου, μτφρ. Άννα Σταματοπούλου-Παραδέλλη, επιμ. Θεόδωρος Παραδέλλης, Καστανιώτης, 1979.

13. Βλ. Karl Polanyi, Ο μεγάλος μετασχηματισμός: Οι πολιτικές και κοινωνικές απαρχές του καιρού μας, μτφρ. Κώστας Γαγανάκης, επιμ. Βασίλης Τομανάς, Νησίδες, 2001. Επίσης βλ. David Graeber, Toward an Anthropological Theory of Value: The False Coin of our Own Dreams, Springer, 2001 και http://www.revuedumauss.com.fr/Pages/ABOUT.html.

14. Για τις διαφορές των «κοινών» και της «ομοτιμίας» ή «ομότιμης παραγωγής» από την «οικονομία διαμοιρασμού», βλ. Michel Bauwens/ Βασίλης Κωστάκης, «Η ομότιμη παραγωγή: μια νέα ευκαιρία», 15 Νοεμβρίου 2017, https://creativecommons.ellak.gr/2017/11/15/i-omotimi-paragogi-mia-nea-efkeria/.

15. Βλ. Nick Srnicek, Platform Capitalism, Polity, 2017.

 

Eυθύμιος Παπαταξιάρχης

Περιοδικό Σύγχρονα Θέματα- τχ. 143-144

Ο Ευθύμιος Παπαταξιάρχης διδάσκει Κοινωνική Ανθρωπολογία στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου.

Latest from Theory

Για μια δημιουργική Αναρχία

Πρόλογος Σύντροφοι συντρόφισσες, Συναισθανόμενος ότι ο δεύτερος κύκλος της κινηματικής μου εμπειρίας
Go to Top