Theory. Utopia. Empathy. Ephemeral arts – EST. 1990 – ATHENS LONDON NEW YORK

Δοκίμιο: Αχαρτογράφητες Ιθάκες- Ο φεμινισμός στην ποίηση του Κώστα Κωνσταντινίδη- της Ξένιας Καλαϊτζίδου

in Poetry

Αν κάτι σίγουρα διέπει την ποίηση του Κώστα Κωνσταντινίδη τότε αυτό δεν είναι άλλο από την αναζήτηση της αλήθειας· κάτι που διακρίνεται και στα ερωτικά του ποιήματα. Έννοια οι οποία είναι συνυφασμένη εξ ορισμού με αυτές του φεμινισμού και του queer. Διόλου τυχαία, οι γυναικείες μορφές των ποιημάτων του εγείρουν αναστοχασμό και λειτουργούν ως πηγή κοινωνικής χειραφέτησης («που κάθονται με τα όλο αυτοπεποίθηση πόδια / ανοιχτά αδειάζοντας τον Φρόυντ»), ενώ στο σύνολό τους προσεγγίζουν την ιδεώδη γυναίκα την οποία οραματίζεται και με την οποία συνομιλεί κατά την προσωπική του Οδύσσεια.

Με αφετηρία το τραύμα, καθώς αυτοπροσδιορίζεται ως ένας από τους «εκριζωμένους ανάριθμους», διαμέσου της, ενίοτε καθηλωτικής έντασης, γραφής του, που, ουκ ολίγες φορές, βρίθει μυθολογικής διακειμενικότητας, ικανής να αποδώσει τις πραγματικές και ψυχαναλυτικές διαστάσεις του σημαινόμενου, ο έλληνας μουσικός και ποιητής παρασέρνει τον αναγνώστη για να διανύσει μαζί του πελάγη αλλοτρίωσης και νοσηρής κανονικότητας ελπίζοντας σε «ύπαρξης υπέρβαση» («στ’ άχρονα και άτοπα μαζί σου να χαθώ»).

Ορίζοντας ως πρώτη πατρίδα του ανθρώπου το γυναικείο σώμα, στην οποία επιθυμεί να επιστρέφει διαρκώς, προσιδιάζει με τις θέσεις της γνωστής φεμινίστριας σημειολόγου και ψυχαναλύτριας Τζούλια Κρίστεβα, η οποία τοποθετεί τη σημειωτική στο ασυνείδητο προοιδιπόδειο στάδιο («προς παλιννόστηση βυθίζομαι εντός σου»), ως αυτό που συγκρατεί και ανέχεται το νόημα, το οποίο μπορεί να αποσταθεροποιήσει τον κυρίαρχο λόγο της λακανικής συμβολικής τάξης («η μωρία του Πάρη φταίει για την δυστυχία ενός ολόκληρου λαού / και όχι μια γυναίκα»), («στο αχανές σου βάθος / μήπως λυτρωθώ»).

Ερχόμενος σε ρήξη με τον νέο καθωσπρεπισμό των Θεαματικών κοινωνιών, αναδεικνύει την μισογυνική και ομοφοβική («για κάποιου Δον Ζουάν τον αμφίβολο ανδρισμό») δομή τους («στους θρασύδειλους σεξιστές γίνονται εσκεμμένα / εφιάλτης θυμίζοντάς τους λικνιζόμενες / του Τειρεσία τη ρήση») και τίθεται εναντίον της κοινώς αποδεκτής για τη γυναίκα μασκαράτας του Φαίνομαι-είμαι («Μ’ αρέσουν οι γκόμενες με τ’ ανυπότακτα βλέμματα / και τα αμακιγιάριστα επαναστατημένα πρόσωπα») η οποία αναγκάζει τη γυναίκα να “παραθέτει” τον κανόνα, προκειμένου να πιστοποιείται ως βιώσιμο υποκείμενο μιας επιβεβλημένης νόρμας, η οποία είναι αδιαχώριστη από σχέσεις πειθαρχίας, ρύθμισης και τιμωρίας («και τα χρηστά τα ήθη έχουν ως λίστα αποφυγής»), («που το μητρικό το ένστικτο θωρούν με δυσπιστία / κι αδιαφορούν αν στα λευκά διαβούν την εκκλησία»), («η ομορφιά  της σου κέντριζε αμέσως την προσοχή […] στο απλό casual ντύσιμό της»).

Απ’ την άλλη, οι θέσεις του Κώστα Κωνσταντινίδη για την γυναίκα, αντιπαρατίθενται στην καθεστηκυία λειτουργία του φεμινισμού, ο οποίος καταλήγει σε μία ανταγωνιστική προβολή της γυναίκας σε σχέση με τον άντρα («απεχθανόταν τις χαζογκόμενες […] με τους ανταγωνισμούς τους»), αναδεικνύοντας την αναγκαιότητα, όχι απλώς της χειραφέτησης, αλλά και της αυτοσυνειδησίας της γυναίκας («που όμως ξέρουν να αγαπούν και να αγαπιούνται / και θηλυκότητά τους να μην απαρνιούνται»), επισημαίνοντας παράλληλα της συνέπειες ριζοσπαστικών φεμινιστικών θέσεων μισανδρίας και μητριαρχίας («το σύμβολο της δύναμης μαθαίνω ότι φέρω / αυτές που με μεγάλωσαν φοβήθηκαν να ξέρω»), («δικός του πια με παίρνει! / Αυτές μου ‘παν ανώτερος σε όποιον του συμβαίνει»). Όπως και στη συσχετιζόμενη διαπίστωση που συμπίπτει με τις έμφυλες μελαγχολικές ταυτότητες του Φρόυντ – όπου το υποκείμενο εσωτερικεύει, μέσω ενδοβόλης, και διατηρεί στο εγώ απαγορευμένα αντικείμενα – καταγράφει φαντασιακά μία ακόμη πτυχή που δυνητικά οδηγεί στον σεξουαλικό αναπροσανατολισμό («Ευλαβικά το στήθος μου τον νιώθω να φιλάει […] καμία δε με θέλησε όλες μου δίναν πόνο»)

Ακόμη, είναι αξιοσημείωτο πως, η θεώρηση της queer θεωρητικού Τζούντιθ Μπάτλερ περί επιτελεστικότητας, πως δηλαδή, οι έμφυλες κοινωνικές ταυτότητες θεσπίζονται επιτελεστικά από τον λόγο και στον λόγο («ποιος χορός άραγε αντιστοιχεί / στον ταπεινωμένο;»), («κι άμα βαρύς καμιά φορά στο παίζω μη θυμώνεις / είναι γιατί φοβάμαι»), («ντύνομαι ευυπόληπτος ντύνομαι ανδρειωμένος  / συγκλίνοντας στον λάκκο τον νάρκισσων εραστών»),  («αδιαφορώντας εάν για καθαρόαιμο αρσενικό τη σύντροφο μου πείσω»), («το ηλιοβασίλεμα με σύνεση / μου λες να μη με συνεπαίρνει») συναντάται πολλαπλά στην ποίηση του θεσσαλονικιού μουσικού.

Ως γνήσιος εκφραστής της ανησυχίας, θέτει πολλά ερωτηματικά αλλά και πολλά θαυμαστικά κατά των καθυποταγμένων και φιλήσυχων, (μπατλερικά μιλώντας) επιτελεστών. Προτιμά την αιχμηρότητα των ρομαντικών και των καταραμένων, ενώ η ρεαλιστική αμεσότητα και ειλικρίνεια του ποιητή, φανερώνουν ανεπιτήδευτα το ανάστημά του. Οι στίχοι του, λιτοί και μεστοί, ρέουν με φυσική μουσικότητα, συχνά στον ρυθμό του χαρακτηριστικού για την ελληνική ποίηση, δεκαπεντασύλλαβου μέτρου, επενδυμένοι με τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας, τοποθετώντας το παρατηρούμενο σκηνικό στην καρδιά της σύγχρονης πραγματικότητας στις πιο noir αποχρώσεις της, ενόσω η εμβρίθεια και η αιχμηρότητά τους, κεντρίζουν τους προσκολλημένους στον νόμο ανίκανους να κοπιάσουν για την επώδυνη ανανοηματοδότηση της ύπαρξης. Για τον Κώστα Κωνσταντινίδη, η λύτρωση, από τον συγκαιρινό καφκικό παραλογισμό, είναι μια πορεία αυτογνωσίας και πνευματικής απελευθέρωσης.

Βιογραφικό:

Ο Κώστας Κωνσταντινίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη όπου μεγάλωσε και ζει. Έχει σπουδάσει στο Le conservatoire à rayonnement regional de Versailles και είναι μουσικός. Τα όργανά του είναι το κόντρα μπάσο και το ηλεκτρικό μπάσο, και το ύφος του κυμαίνεται στο ευρύτερο φάσμα της τζαζ. Επίσης ασχολείται και με την ποίηση. Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε ποιητικά ιστολόγια και διαδικτυακά περιοδικά, συμπεριληφθεί σε τρεις ανθολογίες και μεταφραστεί στα ρώσικα, ενώ, έχει υπάρξει συντάκτης του διαδικτυακού περιοδικού ψυχολογίας animartists. Τον Νοέμβριο του 2018 κυκλοφόρησε, σε ιδιωτική έκδοση από επιλογή, η πρώτη του προσωπική συλλογή με τίτλο «Με το μαχαίρι στο κόκαλο» και τον Ιανουάριο του 2020 η δεύτερη με τίτλο «Καιροί Μεταμοντέρνοι» σε ιδιωτική έκδοση από άποψη.

Διατηρεί προσωπική σελίδα στη διεύθυνση: facebook.com/kostas.konstantinidis.9404

Ποιήματα:

Οι γκόμενες με τ’ ανυπότακτα βλέμματα


Μ’ αρέσουν οι γκόμενες με τ’ ανυπότακτα βλέμματα
Και τα αμακιγιάριστα επαναστατημένα πρόσωπα
Που κάθονται με τα όλο αυτοπεποίθηση πόδια ανοιχτά, αδειάζοντας τον Φρόυντ
Και όταν άκεφες συμβεί να δουν παπά πιάνουν
το οργισμένο τους αιδοίο
Που τα χρηστά τα ήθη έχουν ως λίστα αποφυγής
Κι αν τις ρωτήσεις θα σου πουν
πως η μωρία του Πάρη
φταίει για την δυστυχία ενός ολόκληρου λαού
και όχι μια γυναίκα
Που ανελλιπώς ανταποκρίνονται στο κάλεσμα
των υπερήφανων κλειτορίδων τους
Και όσους λωτούς, παράνομους καρπούς,
τους κάνει κέφι δοκιμάζουν
Που για κάποιου Δον Ζουάν τον αμφίβολο ανδρισμό
δεν παρέδωσαν τον ερωτικό τους ναό στην βουλιμία
Και στους θρασύδειλους σεξιστές γίνονται εσκεμμένα
εφιάλτης θυμίζοντας τους λικνιζόμενες
του Τειρεσία τη ρήση
Που το ένστικτο το μητρικό θωρούν με δυσπιστία
Και αδιαφορούν αν στα λευκά διαβούν την εκκλησία
Που όμως ξέρουν να αγαπούν και να αγαπιούνται
Και θηλυκότητα τους να μην απαρνιούνται.

____________

Νόστος

Τέτοιες στιγμές, απόγνωσης και πόνου,
της τιμωρίας που μ’ επέβαλε η ζωή,
μιας που με θάρρος εγώ τόλμησα να ζήσω
κι αυτή σαν άλλον Ίκαρο μου πήρε τα φτερά,
σε σκέφτομαι γυμνή, πως δίπλα μου ξαπλώνεις,
και με συμπόνια στο στόμα με φιλάς
Τα στήθη σου με τρόπο, πως φέρνεις πιο κοντά μου
κι από τις ρόγες σου ρουφάω απανεμιά
Πως δεν πειράζει στο αυτί μού ψιθυρίζεις
και το κεφάλι μου χαϊδεύεις στοργικά
Στο στήθος μου τα χείλη σου ν’ απλώνεις
ομοιοπαθητικά, τον πόνο να νικάς
Κ’ ύστερα, λίγο πιο ‘κει, απ’ τ’ ομφαλό πιο κάτω
με παρρησία σιωπηλά, μου λες πως μ’ αγαπάς
Κι εν τέλει, προς παλιννόστηση
βυθίζομαι εντός σου ταπεινά
Και ‘συ, με των χεριών τις άκρες
εκεί, μετά τη μέση, προσφέρεις αγκαλιά.

~

Στο αχανές σου βάθος θέλω να χαθώ
Στο αχανές σου βάθος
μήπως λυτρωθώ

_______________________________

έρωτος μου φύσις

Και αν βαρύς ενίοτε στο παίζω μην θυμώνεις,
Είναι γιατί φοβάμαι

Πως τη διάθεση μου αποστάσεις να διανύσω
Και στ’ άχρονα και άτοπα μαζί σου να χαθώ
-Όχι γιατί τον θάνατο ενδόμυχα φοβάμαι
κι ας είναι που μαζί σου σε ευεστώ ευελπιστώ –

Γι’ αδυναμία πάρεις

Μα για το κάλλος που τα μάτια σου εκπέμπουν
Στην ομορφιά αυτή σου θέλω ν’ αφεθώ
Υπόστασης το πλάτεμα μαζί σου να βιώσω
Σε ύπαρξης υπέρβαση με σένα να ενωθώ

Δεν αντιληφθείς

Έτσι λοιπόν, στον φόβο μου στον φόβο μην ενδώσεις
Αυτή την προσταγή του βλοσυρού πολιτισμού
Ντύνομαι ευυπόληπτος ντύνομαι ανδρειωμένος
Πλευρίζοντας τον λάκκο των νάρκισσων εραστών.

Ώσπου να με ανασύρεις

Με κατανόηση γλυκοκοιτώντας με βαθιά.

______________________

Φλερτ


Παρακολουθούσε καιρό
τις κοινοποιήσεις της,
ήταν έξυπνη και βαθυστόχαστη
καλαίσθητη και ευαισθητοποιημένη
Η ομορφιά της σου κέντριζε αμέσως
την προσοχή στις φωτογραφίες
που ανέβαζε
Στο απροβλημάτιστο χαμόγελο της
στο ανυπεράσπιστο βλέμμα της
στο απλό casual ντύσιμο της
Απεχθανόταν τις χαζογκόμενες
με τις επιφανειακότητες
και τις πονηριές τους,
τους εγωκεντρισμούς
και τις συμφεροντολογίες τους,
τους ανταγωνισμούς
τις αποστάσεις
τις κενότητες και την ανοησία τους
Ήθελε κάτι βαθύ
αληθινό
όμορφο
ήθελε να ερωτευτεί
Ξαφνικά και ασυναίσθητα
αναλογίστηκε το ολόγιομο φεγγάρι
Σκέφτηκε να της στείλει μήνυμα
κάτι ανάλογο
κάτι που θα της έδειχνε
ότι κι αυτός
έχει βαθιά πονέσει·

«Γεια, μ’ αρέσεις πολύ, θέλεις να βρεθούμε;»

____________________

Ψυχή τε και σώματι

Κάπου εκεί
Στις σκόνες από κάτω
Στης σκέψης το πατάρι
Σιωπούν και ξεθωριάζουν
Οι ερωτικές μου συναντήσεις
Τότε που σώματι δινόμουν και ψυχή
Αδιαφορώντας για καθαρόαιμο αρσενικό
Τη σύντροφο μου εάν πείσω
Και μες την αθωότητα της νιότης
Ευαλωτότητας κοινή
Ομολογία αποσκοπούσα
Μα τώρα που μεγάλωσα
Το ηλιοβασίλεμα με σύνεση
Μου λες να μην με συνεπαίρνει
Και αν κρεβάτι μοιραστώ
θα ‘ναι αστείο να ζητώ
Την τρυφερή του έρωτα τη θαλπωρή.

_______________

Billy the Kid

Ο Billy the Kid έχει χάσει τη συμμορία του
σε μάχη με τους κυνηγούς επικηρυγμένων
Τραυματισμένος κι εξουθενωμένος
καταφεύγει με τη βοήθεια της τύχης
σε μια κοντινή μικρή πόλη
Ξέρει ότι όλα τελειώσαν
Ξέρει πως είναι ζήτημα ωρών
Όπως κάθε έμπειρος ντεσπεράντο
μπορεί κι αντιλαμβάνεται
την ήττα του και τις διαστάσεις της
Πίνει τις τεκίλες του
σηκώνεται αργά
πιάνει μια πόρνη του σαλούν
και χορεύει
Ανοίγει τα χέρια
ρίχνει το κεφάλι πίσω
και χορεύει
Ποιός χορός άραγε αντιστοιχεί
στον ταπεινωμένο;

______________________

Εξομολόγηση

Σε κόσμο νοερό της σιωπής

Στης καταχνιάς την έρημο θα ‘ρθεις και θα με βρεις
Θα σκύψεις στο αυτί ψιθυριστά για να μου πεις
Θυμήσου εδωπέρα δεν μπορείς να μου κρυφτείς.

Ο φόβος και η έξαψη οδεύουν αγκαζέ
Νομοταγής και λεύτερος δεν έγινε ποτέ
Για αίτια τις μνήμες μου η σκέψη μου σαρώνει
Μα όσο και να σκέφτομαι η προσμονή φουντώνει.

Το λάθος είναι το σωστό και το σωστό το λάθος
Με θέρμη επαφίεμαι με δισταγμό και πάθος
Πόσο πολύ το ήθελα πόσο το λαχταρούσα
Από αιδώ και συστολή εγώ για άλλους ζούσα.

Το σώμα του στο σώμα μου αισθάνομαι κυλάει
Ευλαβικά το στήθος μου τον νιώθω να φυλάει
Το ξέρω πως μόνο αυτός μπορεί να καταλάβει
Τον πόνο το παράπονο που διαρκώς με θάβει.

Τώρα στο στόμα με φιλά και τα αυτιά μου γλύφει
Πέος του και πέος μου θωπεύονται σε στύση
Ω Θε μου τι απόλαυση και ηδονή βιώνω!
Καμία δεν με θέλησε όλες μου ‘διναν πόνο!

Το μόριο του πια ρουφώ με πόθο ως τη βάση!
Τόσο καιρό τι λύτρωση και τέρψη είχα χάσει!
Το σύμβολο της δύναμης μαθαίνω ότι φέρω
Αυτές που με μεγάλωσαν φοβήθηκαν να ξέρω!

Του σώματος η ένοχη η ζώνη πια δε φταίει
Φαντάζομαι τι θα συμβεί «σε θέλω τώρα!» λέει
Τον νιώθω μέσα μου βαθειά δικός του πια με παίρνει!
Αυτές μου ‘παν ανώτερος σε όποιον του συμβαίνει.

Κι αφού όλα τελειώσανε αισχύνοντας μαθαίνω
Πως μια κατάρα μια ευχή θα κουβαλώ θα φέρω
Σαν νόμισμα του έρωτα όψεις τις δυο να χαίρω
Αποποινικοποίηση πρέπει να επιφέρω.

Θλίψης το δίχτυ κι ενοχής πάνω μου όπως είναι
Σαν άπο μάγια λες ξυπνώ θυμάμαι το ποιος είμαι
Όλ η δονή η έξαψη φυγή κι ελευθερία
Και παρανόμου συντροφιά, μου φέρνουν αηδία.

~

Τα παρατιθέμενα ποιήματα ανήκουν στην ποιητική συλλογή “Με το μαχαίρι στο κόκαλο”

______________________________________

Η Ξένια Καλαϊτζίδου γεννήθηκε το 1989 στην Πένζα της Ρωσίας. Έχει σπουδάσει στο Πολυτεχνείο του Α.Π.Θ και είναι πτυχιούχος του ινστιτούτου ρώσικης γλώσσας Αθηνών Πούσκιν. Το 2015 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ένεκεν η πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο: “Ήρωες άχαρων πόλεων”. Έχει μεταφράσει Ρώσους κλασικούς και πρωτοποριακούς ποιητές, Εβραίους αναρχικους ποιητές της Αμερικής, ποιητές και πεζογράφους της Μπενγκαλι, κι άλλους Ασιάτες ποιητές. 

Latest from Poetry

Go to Top