Η Dilak Dirik είναι μια πολιτικά δεσμευμένη ερευνήτρια και συγγραφέας, με εκπαίδευση στις κοινωνικές επιστήμες και τις ανθρωπιστικές σπουδές, κατέχει διδακτορικό στην Κοινωνιολογία από το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ. Στη διάρκεια δέκα χρόνων, διεξήγαγε εκτεταμένη και εις βάθος ποιοτική έρευνα για το κουρδικό ελευθεριακό κίνημα, με έμφαση στον αυτόνομο γυναικείο αγώνα. Το βιβλίο της, «The Kurdish Women’s Movement: History, Theory, Practice», εκδόθηκε το 2022 από τις εκδόσεις Pluto Press. Από το 2019 έως το 2023, κατείχε μεταδιδακτορική ερευνητική υποτροφία στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Το έργο της έχει δημοσιευτεί σε διάφορα ακαδημαϊκά, ακτιβιστικά και δημοσιογραφικά μέσα, και έχει μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες.
Μετάφραση: Τάσος Σαγρής (Κενό Δίκτυο) & Blade Runner

Η επιθυμία για κοινωνική αλλαγή είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους τόσοι άνθρωποι επενδύουν χρόνο και ενέργεια στην πολιτική δράση. Μερικές από εμάς μάλιστα ρισκάρουμε ακόμη και τη ζωή μας για αυτή την υπόσχεση. Κι όμως, παρά τις αμέτρητες συλλογικές προσπάθειες, ο κόσμος φαίνεται να γίνεται όλο και χειρότερος. Και το κόστος της αλλαγής είναι υψηλό. Το τι συμβαίνει σε όσες τολμούν να αμφισβητήσουν ουσιαστικά το καθεστώς εξουσίας είναι ορατό σε όλους μας — και λειτουργεί ως προειδοποίηση: πόλεμος, γενοκτονία πλήρους κλίμακας και ανεπανόρθωτη καταστροφή.
Το γεγονός πως στην εποχή μας, ιστορικά περιθωριοποιημένες ταυτότητες μπορούν να συμμετέχουν ισότιμα στη λήψη αποφάσεων που οδηγούν στην καταστροφή και τη μαζική δολοφονία αθώων είναι επίσης αποτέλεσμα αλλαγής. Παρατηρούμε μια «θηλυκοποίηση», «κουιροποίηση» και «πολυχρωματικότητα» της παγκόσμιας εξουσίας, στις κυβερνήσεις, στους στρατούς και στον κόσμο των μεγάλων εταιριών. Αυτή η μετατόπιση επηρεάζει και τους τρόπους αγώνα για την κοινωνική αλλαγή, συμπεριλαμβανομένης της φύσης των κοινωνικών κινημάτων σε όλο τον κόσμο.
Η λογοδοσία, η υπευθυνότητα, η φροντίδα και ο κριτικός αναστοχασμός αποτελούν εδώ και καιρό βασικά στοιχεία της φεμινιστικής θεωρίας και πρακτικής. Ωστόσο, η σχέση ανάμεσα στις προσπάθειες για κοινωνική αλλαγή και στον τρόπο που κατανοούμε τους κοινωνικούς αγώνες δεν είναι καθόλου ξεκάθαρη, καθώς εμφανίζονται νέες μορφές πολιτικής οργάνωσης και επικοινωνίας, σε μεγάλο βαθμό διαμορφωμένες από μέσα μαζικής ενημέρωσης με εξωγενή χρηματοδότηση, την διάχυτη καταναλωτική κουλτούρα και ένα διεθνές πλαίσιο νέο- αποικιακής και ιμπεριαλιστικής εξουσίας.
Παρά την ύπαρξη πλούσιων και ποικίλων παραδόσεων μέσα στους φεμινιστικούς και γυναικείους αγώνες, αυτό που συχνά αποκαλείται φιλελεύθερος «φεμινισμός της επιλογής» κατέχει συχνά προνομιακή θέση στο κυρίαρχο ρεύμα, μιας και οι φεμινιστικές πρακτικές αυτού του είδους δεν δημιουργούν κάποια θεμελιώδη αντίθεση με το κυρίαρχο σύστημα, το οποίο βασίζεται σε ταξική, φυλετική και έμφυλη καταπίεση σε έναν κόσμο οργανωμένο γύρω από καπιταλιστικές, αποικιακές και ιμπεριαλιστικές σχέσεις. Εν μέρει αυτό συμβαίνει επειδή ο καπιταλισμός φετιχοποιεί αλλά και συγχρόνως εκμηδενίζει το άτομο μέσα στην κοινωνία. Όταν οι άνθρωποι ιδιωτεύουν και εξατομικεύονται, η έννοια της ριζοσπαστικότητας συρρικνώνεται, ακόμη και οι φαινομενικά πιο ανατρεπτικές επιλογές δεν αποτελούν απειλή για την εξουσία. Πράγματι, η καπιταλιστική, καταναλωτική κουλτούρα βασίζεται σε πολιτικά και ιδεολογικά σχήματα των οποίων η βασική πεποίθηση πάντα είναι: «Κανείς δεν μπορεί να με κρίνει — αυτό που κάνω είναι δικιά μου επιλογή».
Η υποβάθμιση της ιδέας του φεμινισμού απλά σε ένα ζήτημα ατομικής ελευθερίας είναι ιδιαίτερα συνηθισμένη, ειδικά σε κοινωνίες όπου τα άτομα και ο τρόπος ζωής τους, σχετικά μιλώντας πάντα, δεν ελέγχονται τόσο άμεσα ή μόνιμα από την οικογένεια, τη θρησκεία, την επίσημη κρατική ιδεολογία ή άλλους κοινωνικούς και πολιτισμικούς παράγοντες. Ο φεμινισμός που επικεντρώνεται στην ατομική επιλογή μπορεί εύκολα να θεωρείται δεδομένος σε περιβάλλοντα όπου ένα ορισμένο επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης, νομικής προστασίας και φιλελεύθερης κουλτούρας επιτρέπει την ατομική αυτοέκφραση και μια σχετική κοινωνική ασφάλεια. Δεν αποτελεί έκπληξη ότι αυτή η νοοτροπία ενθαρρύνεται και εξάγεται πολιτισμικά από τον ιμπεριαλιστικό πυρήνα προς τα φεμινιστικά κινήματα στον υπόλοιπο κόσμο. Παρά τη συχνή επιβολή αυτής της προοπτικής ως κοινό σημείο αναφοράς του φεμινισμού, η πολιτική της ατομικής επιλογής δεν μπορεί να θεωρηθεί κοινή προτεραιότητα για όλες μας, δεδομένων των εξαιρετικά διαφορετικών συνθηκών που επικρατούν σε όλο τον κόσμο και μεταξύ διαφορετικών πολιτισμών.
Για να είμαστε σαφείς: η ατομική αυτονομία του σώματος και η ελευθερία αποτελούν κεντρικά στοιχεία των αγώνων ενάντια στην καταπίεση — αγώνων που έχουν τις ρίζες τους και στην προσωπική μας ζωή. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν ένας φεμινισμός τύπου laissez-faire- στον οποίο τα άτομα λογοδοτούν μόνο στον εαυτό τους και δεν δείχνουν καμία υπευθυνότητα απέναντι στις ευρύτερες συνέπειες των πράξεών τους ή τις κουλτούρες και τις νοοτροπίες που καλλιεργούνται- γίνεται κυρίαρχη τάση και χρησιμοποιείται ως όπλο ενάντια στη συλλογική αντισυστημική δράση και κριτική.

Πώς σχετίζονται όλα αυτά με τον αγώνα μας;
Για δεκαετίες, πολλά άτομα, δραστήρια στους κοινωνικούς αγώνες έχουν αντιταχθεί στους μηχανισμούς εξημέρωσης, αδρανοποίησης και ενσωμάτωσης των κινημάτων μέσω της «ΜΚΟποίησης» στην υπηρεσία κρατικών και νεοφιλελεύθερων σχεδιασμών. Η εποχή της μαζικής επικοινωνίας έχει επιταχύνει τη στροφή κομματιών των κοινωνικών κινημάτων προς την παγκοσμιοποιημένη αγορά. Η αισθητική και το περιεχόμενο των κοινωνικών κινημάτων γίνονται όλο και πιο ομοιόμορφα και αφομοιωμένα, καθώς λειτουργούν μέσα στα περιοριστικά πλαίσια του κυρίαρχου συστήματος. Αν και αυτό δεν συμβαίνει παντού, σε ορισμένα μέρη του κόσμου, το να είναι κάποια, ακτιβίστρια ενός συγκεκριμένου τύπου, αποτελεί πλέον μια υψηλά ανταποδοτική δραστηριότητα. Διάφορες μορφές εύρω-αμερικανικών χρηματοδοτήσεων περιμένουν όσες γνωρίζουν να παρουσιάζουν σωστά τους εαυτούς τους και τις προτάσεις τους με τρόπους «ακίνδυνους» και «αξιοσέβαστους». Με αυτές τις χρηματοδοτήσεις μπορείς να «ευαισθητοποιείς το κοινό» ή να «ασκείς πίεση σε φορείς χάραξης πολιτικής», αλλά δεν μπορείς να «πολεμήσεις το σύστημα» — για παράδειγμα διαταράσσοντας την καπιταλιστική οικονομία ή αποκαλύπτοντας κρατικά μυστικά.

Η άκριτη χρήση των επιχορηγήσεων που προσφέρουν δισεκατομμυριούχοι για προγράμματα που αφορούν ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης έχει κανονικοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό στους ακτιβιστικούς κύκλους — ακόμη και μεταξύ γυναικών που αυτοπαρουσιάζονται ως αυτόνομες και ριζοσπάστριες — ώστε η αλληλοβοήθεια για την εξασφάλιση πρόσβασης σε τέτοιες χρηματοδοτήσεις θεωρείται πλέον ως μια μορφή ακτιβισμού από μόνη της. Η λογική είναι: «Παίρνουμε τα χρήματά τους και παράγουμε κοινωνικό έργο με αυτά». Ή μια πιο ηττοπαθής εκδοχή θα πει: «Εντάξει. Τι να κάνεις; Έτσι λειτουργεί το παιχνίδι».
Αυτό που ακούγεται σαν σενάριο Ρομπέν των Δασών — αν και ο θρυλικός παράνομος και οι σύντροφοί του δεν έγραφαν αιτήσεις για επιχορηγήσεις αλλά ρίσκαραν το κεφάλι τους ληστεύοντας τους πλούσιους, ενώ οι πλούσιοι δεν διατηρούσαν, ούτε αύξαναν τον πλούτο τους μέσω φιλανθρωπίας αλλά αποτελούσαν στόχους εξαναγκαστικής αναδιανομής — είναι στην πραγματικότητα μια βιομηχανία που καθιστά τους πολιτικούς αγώνες μη βιώσιμους και τελικά συνένοχους σε μια εξελιγμένη μορφή ξεπλύματος χρήματος. Ταυτόχρονα αυτός ο μηχανισμός παράγει ιδεολογική αφομοίωση και υλική εξάρτηση.
Το γεγονός ότι οι πηγές τέτοιων χρηματοδοτήσεων συχνά προέρχονται από επενδύσεις σε ορυκτά καύσιμα και άλλους βαθιά προβληματικούς τομείς καταλήγει να αντιμετωπίζεται ως μια απλή υποσημείωση — κάτι δευτερεύον μπροστά στο «τόσο σημαντικό» έργο που προσφέρουν με αυτά τα χρήματα κάποια άτομα. Η πρόσβαση σε πόρους δημιουργεί ορατότητα, και η ορατότητα με τη σειρά της παράγει την εντύπωση πολιτικής δύναμης και σπουδαιότητας εκεί που στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν. Είναι άραγε το κοινωνικό έργο που παράγεται με μια τέτοιου είδους χρηματοδότηση — η οποία φυσικά μπορεί να ακυρωθεί ανά πάσα στιγμή — ένα επίτευγμα για το οποίο αξίζει να αισθάνεται κάποια από εμάς υπερήφανη;
Η ρομαντικοποίηση της ιδέας του αγώνα για τον ίδιο τον αγώνα δεν είναι κατ’ ανάγκην χρήσιμη· η επιτυχημένη οργάνωση χρειάζεται αποτελεσματικότητα. Ωστόσο, η δημόσια προβολή και ορατότητα χωρίς εργασία και θυσίες καλλιεργεί μια κουλτούρα αυτονόητων δικαιωμάτων και εφησυχασμού, υπονομεύοντας τη δημιουργικότητα και την ανεξαρτησία. Και η καλλιέργεια μιας ψευδαίσθησης προόδου μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο πόλεμο και εκμετάλλευση οδηγεί σε μια διαστρεβλωμένη συνείδηση.
Οι λογικές της καπιταλιστικής αγοράς κατακτούν τις οργανωτικές δομές και σχέσεις μέσα στο φεμινιστικό κίνημα, δημιουργώντας έτσι μια τοξική και αυτάρεσκη κουλτούρα φιλελεύθερου ατομικισμού, ασύμβατη με την έννοια ενός επαναστατικού αγώνα που υπερασπίζεται τους πιο καταπιεσμένους ανθρώπους της κοινωνίας. Εύκολα γίνεται κατανοητό πως καθώς οι υλικές συνθήκες αλλάζουν παράγουν συγκεκριμένα πρότυπα, χαρακτήρες και συμπεριφορές.

Όλο και περισσότερο αναδεικνύεται ένα νέο προφίλ μη- λευκού υποκειμένου, ένα άτομο φιλελεύθερο και σίγουρο για τον εαυτό του, το οποίο λειτουργεί ως αναπαράσταση της κοινωνικής αλλαγής — ή, ακριβέστερα, ως ένα σύμβολο που παράγει την εντύπωση πως υπάρχει κάποια αλλαγή — τόσο στον ιμπεριαλιστικό πυρήνα όσο και στις περιφέρειές του.
Αυτός ο ευέλικτος ρόλος, που εμφανίζεται ιδιαίτερα στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, στη βιομηχανία ψυχαγωγίας, στον ακαδημαϊκό χώρο και στις ΜΚΟ, μπορεί πλέον να ενσαρκωθεί από την οποιαδήποτε από εμάς αναλάβει αυτό το καθήκον. Μια τέτοια φιγούρα μπορεί εύκολα να παρουσιαστεί ως φορέας αλλαγής, επαναλαμβάνοντας μηχανικά φιλελεύθερες λέξεις-κλειδιά και υιοθετώντας ένα αόριστο, από-αποικιακό, αντιρατσιστικό ή ακόμη και επαναστατικό ύφος. Αρκεί, πάση θυσία, να αποφεύγει τη χρήση όρων όπως «καπιταλισμός» και «ιμπεριαλισμός» — πόσο μάλλον να εμπλέκεται σε οποιαδήποτε υλική μορφή αντίστασης, όπως η ταξική πάλη. Μια τέτοια φιγούρα δεν είναι μόνο ακίνδυνη· είναι, με έναν τρόπο, και επιθυμητή για το σύστημα, ακριβώς επειδή δεν εκπροσωπεί τίποτα περισσότερο από έναν εαυτό χωρίς πραγματική επίδραση, χωρίς κανένα ειδικό βάρος, σε συνδυασμό με την πλαισίωση συγκεκριμένων ταυτοτήτων που ιστορικά έχουν αποκλειστεί, καταπιεστεί ή περιθωριοποιηθεί.

Ενώ τέτοιες δυναμικές έχουν επικριθεί αμέτρητες φορές σε όλο τον λεγόμενο Τρίτο Κόσμο, σήμερα έχουν φτάσει σε ένα νέο επίπεδο. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές με την άνοδο των «influencers» σε μια εποχή έντονης κρατικής καταστολής σε όλο τον κόσμο. Ο όρος δεν περιορίζεται πλέον σε δημιουργούς περιεχομένου που διαμορφώνουν τάσεις της αγοράς ή προωθούν προϊόντα για να επηρεάσουν τις ροές της κατανάλωσης· έχει φτάσει να περιγράφει επίσης, έναν ολόκληρο τρόπο διαμόρφωσης της κοινής γνώμης. Η σκηνοθετημένη παρουσίαση της ζωής ενός προσώπου για την προσέλκυση προσοχής, καταξίωσης και κέρδους — ενώ ταυτόχρονα αυτό το άτομο διαδίδει σχετικά κοινότοπες ιδέες — σημαίνει ότι η πολιτική τύπου influencer λειτουργεί μέσα από την αυτοπαρουσίαση, το προσωπικό branding και την performance. Η γρήγορη, σύντομη, οπτικoποιημένη παρουσίαση περιεχομένου, όπως επιβάλλεται από τα κοινωνικά δίκτυα, ενθαρρύνει τα hot takes, δηλαδή επιπόλαιες, προκλητικές και, αμφιλεγόμενες απόψεις με μόνο στόχο να τραβήξουν την προσοχή, λεκτικά και οπτικά πυροτεχνήματα που κάνουν θόρυβο και εξάπτουν τις διαφωνίες, ενώ η βασική επιδίωξη είναι τα θέματα αυτά να μοιάζουν όλο και πιο τολμηρά και αναπάντεχα σε σχέση με όλα όσα έχουν ήδη ειπωθεί — μέσα σε ένα παγκόσμιο πλαίσιο έντονης κοινωνικής πόλωσης.
Το γεγονός ότι το περιεχόμενο μιας διαδικτυακής δημοσίευσης δεν αντανακλά απαραίτητα τον τρόπο ζωής, τις κοινωνικές σχέσεις ή τη συμμετοχή της δημιουργού σε πραγματικούς αγώνες συμβάλλει στη συσσώρευση διαδικτυακού λόγου χαμηλού ρίσκου. Η ίδια η αύρα που χτίζεται γύρω από ένα τέτοιο πρόσωπο αποκτά πολιτικό χαρακτήρα. Επιπλέον, επιτυχημένες φεμινίστριες δημιουργοί περιεχομένου συχνά εμφανίζονται άψογα ντυμένες και πολυτελείς, ενώ το ύφος, τα επιχειρήματα, η αισθητική και τα στυλ επικοινωνίας ακολουθούν συχνά τα βορειοαμερικάνικα πολιτισμικά πρότυπα, επαναλαμβανόμενες φόρμες, μοτίβα και αναφορές, προωθώντας ακόμη περισσότερο την πολιτική ως ναρκισσιστικό θέαμα εις βάρος της ταπεινής, συνεπούς και μακροχρόνιας οργάνωσης που είναι ριζωμένη στην κοινωνία.

Αυτό το λαμπερό προφίλ βρίσκεται σε έντονη αντίθεση με το ανώνυμο αλλά οργανωμένο «εξτρεμιστικό» υποκείμενο — εκείνο του οποίου τα λόγια και οι πράξεις αποκτούν νόημα και δύναμη πέρα από το συμβολικό πεδίο της αγοράς φιλελεύθερων αναπαραστάσεων. Η ύπαρξη πραγματικής ιδεολογικής πρόθεσης, η θέληση για πολιτικό και κοινωνικό αγώνα και η οργανωτική ικανότητα να πραγματοποιηθεί αυτός ο αγώνας με βάση τη συμμετοχή, τη δέσμευση και την πολιτική υπευθυνότητα απέναντι σε πραγματικές συλλογικές δομές, σηματοδοτεί αυτό το συγκεκριμένο μη- φιλελεύθερο πολιτικό υποκείμενο που αποτελεί τον πιο άμεσο στόχο αστυνομικής βίας, φυλάκισης και δολοφονίας.

Θεωρία και παραγωγή γνώσης
Το χάσμα ανάμεσα στα φεμινιστικά λόγια και τη δράση, ανάμεσα στην εμφάνιση και την πραγματικότητα, εκδηλώνεται επίσης στον χώρο της θεωρίας και της παραγωγής γνώσης, τόσο εντός όσο και πέρα από την ακαδημαϊκή κοινότητα και άλλους χώρους παραγωγής δημόσιου λόγου. Σήμερα, η ικανότητα να γράφει και να μιλά κανείς με ποιητικό και εντυπωσιακό τρόπο επιβραβεύεται περισσότερο από την ικανότητα να σκέφτεται κριτικά και ανεξάρτητα και να οργανώνει και να δρα με ορίζοντα τη νίκη (δηλαδή την αλλαγή του συστήματος). Αν κρίνει κανείς μόνο από τα περιεχόμενο που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο, μοιάζει να μας περιβάλλουν σύγχρονοι επαναστάτες έτοιμοι να διαδραματίσουν πρωταγωνιστικό ρόλο στον αγώνα για έναν διαφορετικό κόσμο. Ακόμη και σε αισθητικό επίπεδο, υπάρχει υπερκορεσμός συμβόλων αντίστασης και αγώνα στις «φούσκες» του Instagram και του TikTok: καρπούζια, κεφίγιες, μπαλακλάβες, ένοπλες γυναίκες, το σφυροδρέπανο, το Α σε κύκλο. Η επίδειξη εγγύτητας σε πραγματικούς αγώνες ή σε μια πραγματική φιλοσοφία ζωής γίνεται ζήτημα λίγων κινήσεων του αντίχειρα. Όμως, ανάμεσα στην κρατική καταστολή και τη βία της ακροδεξιάς, ακόμη και αυτή η στοιχειώδης έκφραση υποστήριξης δεν είναι πάντα ασφαλής.
Για άλλη μια φορά, το πρόβλημα είναι η απουσία κοινωνικών αγώνων που να είναι βαθιά ριζωμένοι στην κοινωνία, προς όφελος εύκολων λύσεων — μιας αυτάρεσκης ατομικής πολιτικής χωρίς πραγματικό διακύβευμα και χωρίς μετασχηματιστική δυναμική. Υπάρχει μια βαθιά άβυσσος ανάμεσα στην αντίσταση και στην εικονοποίηση ή την κατανάλωση της αντίστασης. Κι όμως, στην εποχή της ψηφιακής ύπαρξης οι δύο αυτές διαστάσεις γίνονται ολοένα και πιο δυσδιάκριτες. Κανένα σύμβολο ή σύνθημα δεν είναι από μόνο του ανατρεπτικό. Αυτό που καθορίζει αν ένα μήνυμα είναι κοινότοπο ή εκρηκτικό, αν καθησυχάζει ή κινητοποιεί, αν παράγει κέρδος ή σε εκθέτει σε κίνδυνο, είναι το πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διατυπώνεται.

Αν και η ριζοσπαστική και επαναστατική πολιτική πάντα οφείλει να είναι δημοφιλής, επίκαιρη και συμπεριληπτική, αυτή τη στιγμή η διαδικασία εξελίσσεται πλέον με τρόπο που χαμηλώνει το όριο του τι σημαίνει να αγωνίζεται κανείς για να αλλάξει τον κόσμο. Το ίδιο το διακύβευμα διαστρεβλώνεται. Το βαρύ φορτίο ορισμένων πολιτικών συμβόλων, ριζωμένο σε ιστορίες τραύματος, αίματος, απώλειας και ακρωτηριασμών, χάνει το νόημά του και γίνεται ελαφρύ σαν πούπουλο. Πώς ξεχωρίζει σήμερα η αγωνίστρια της ελευθερίας από τη φανταχτερή απομίμηση;
Αν ο φεμινισμός αφορά την ευθύνη — μια δέσμευση όχι μόνο να αλλάξει και να βελτιώσει κανείς τις δικές του συνθήκες, αλλά να απελευθερώσει όλες και όλους, να αποδομήσει τις αποικιακές και ιμπεριαλιστικές σχέσεις στον κόσμο, να τερματίσει τον πόλεμο και την εκμετάλλευση, να γίνει μια πολιτικά ουσιαστική και επαναστατική δύναμη κοινωνικού μετασχηματισμού — τότε χρειαζόμαστε μια ειλικρινή πολιτική κουλτούρα λογοδοσίας και υπευθυνότητας απέναντι στην κοινωνία, και ιδιαίτερα απέναντι στους καταπιεσμένους.

Οι κοινωνικοί αγώνες και τα φεμινιστικά κινήματα είναι αμέτρητα, αποκεντρωμένα και σε μεγάλο βαθμό αυτόνομα· δεν είναι κράτη ή εταιρείες που υποχρεούνται να συντάσσουν δημόσιες εκθέσεις διαφάνειας. Οι μεμονωμένες φεμινίστριες είναι φυσικά ελεύθερες να επιλέγουν τις μάχες τους και συχνά είναι εξαντλημένες, προσπαθώντας να κάνουν ό,τι μπορούν μέσα στα όρια των προσωπικών τους δυνατοτήτων. Η υπευθυνότητα, με την έννοια που χρησιμοποιείται εδώ, δεν είναι ένα τεχνικό ή διαδικαστικό ζήτημα. Είναι μια αρχή, μια στάση, μια πολιτική κουλτούρα — μια θέση απέναντι στην εξουσία. Δεν υπάρχει ένας και μοναδικός δρόμος προς αυτήν· το ζητούμενο είναι η ηθική επιδίωξη μιας νηφάλιας αντίληψης ευθύνης απέναντι σε μια παράλογη αντίληψη της αλλαγής που διαμορφώνεται από τις λογικές της αγοράς.
Μια πρακτική που αξίζει να έχει πιο κεντρική θέση στις φεμινιστικές πολιτικές κουλτούρες είναι η αυτοκριτική. Η αυτοκριτική αποτελεί έναν μηχανισμό για να ξεπερνιούνται ορισμένα χαρακτηριστικά που εμποδίζουν την πορεία προς την ελευθερία, συμπεριλαμβανομένων ιδιοτήτων που συχνά αποδίδονται στην τοξική αρρενωπότητα μέσα στον πατριαρχικό καπιταλισμό: εγωκεντρισμός, εγωισμός, αλαζονεία, μικροπρέπεια, αμυντική στάση, ναρκισσισμός και οκνηρία, για να αναφερθούν μερικά μόνο. Είναι ο μηχανισμός μέσα από τον οποίον θέτει κανείς στον εαυτό του ορισμένα ηθικά πρότυπα, διατηρεί μια στάση αναστοχασμού και ανανέωσης του εαυτού, χωρίς να επαναπαύεται στις δάφνες του.

Η υλική και ιδεολογική ανεξαρτησία από το καπιταλιστικό και κρατικό σύστημα, μια πολιτική οπτική που βλέπει όλους τους αγώνες για απελευθέρωση ως αλληλένδετους, καθώς και μια αντικαθεστωτική, αλλά ταυτόχρονα προσανατολισμένη προς την κοινωνία, προσέγγιση της φεμινιστικής οργάνωσης — ριζωμένη στη συλλογική πάλη και όχι σε ατομικιστικούς τρόπους ζωής — απαιτεί επίσης μια βαθιά και ειλικρινή δέσμευση στον διεθνισμό. Μια δέσμευση που μετατοπίζει το κέντρο βάρους πέρα από τις άμεσες προσωπικές ανάγκες, ώστε η θεωρία και η πράξη να υπηρετούν της Γης τους Κολασμένους.
Τέτοια αντισυστημική φεμινιστική δράση, υπάρχει ήδη παντού γύρω μας — αρκεί να τολμήσουμε να τη δούμε. Σε θεωρητικό και πρακτικό επίπεδο καταφέρνει να συμπεριλάβει ζητήματα όπως ο πόλεμος, η κρατική και πατριαρχική βία, ο φασισμός, ο ρατσισμός, οι αγώνες των μεταναστών, η ταξική σύγκρουση, η κλιματική δικαιοσύνη και πολλά άλλα. Τροφοδοτείται από εθελοντική, απλήρωτη εργασία, χρόνο και θυσία. Το να βρει δικαίωση αυτή η μορφή Ελευθερίας που υπόσχεται ο φεμινισμός δεν θα είναι εύκολη υπόθεση. Ο φεμινισμός είναι σκληρή εργασία· είναι αγώνας. Ένας αγώνας όμως που αξίζει, ακόμη κι αν δεν υπάρχει καμία ανταμοιβή.
Μια λίστα με το έργο της Dilak Dirik, συμπεριλαμβανομένων διαθέσιμων αρχείων PDF, είναι διαθέσιμη στο Linktree της.
Κείμενα της επίσης δημοσιεύει στο προσωπικό της Substack
Συνέντευξή της από το 2014: https://armsforrojava.wordpress.com/2014/11/23/το-κίνημα-των-κούρδων-γυναικών/