Το μανιφέστο “Οι Επαναστάσεις των Καιρών Μας” (Revolutions of Our Time) γράφτηκε από το παγκόσμιο δίκτυο συλλογικοτήτων βάσης, οργανώσεων και ακτιβιστών The Peoples Want (Η Θέληση των Λαών) που αγωνίζεται για τη διαμόρφωση μιας νέας μορφής διεθνιστικής αλληλεγγύης «από τα κάτω», δίνοντας προτεραιότητα στα κοινωνικά κινήματα έναντι των κρατικών συμφερόντων.
Το δίκτυο δημιουργήθηκε το 2019, κατά τη διάρκεια συναντήσεων που ξεκίνησαν με πρωτοβουλία της συλλογικής κουζίνας The Syrian Canteen, ενός χώρου αλληλοβοήθειας στο Παρίσι, τον οποίο διαχειρίζονται Σύροι πολιτικοί εξόριστοι. Η δράση του αναπτύχθηκε μέσα από διεθνείς εκδηλώσεις αλληλεγγύης στις εξεγέρσεις στον Λίβανο, το Ιράκ, τη Χιλή, την Αλγερία, το Ιράν και άλλες περιοχές.
Έως το 2022, και έπειτα από μια σειρά διεθνών συναντήσεων, οι συμμετέχοντες διαμόρφωσαν επίσημα μια αυτόνομη δικτυακή δομή, με στόχο να συνδέσουν και να συντονίσουν τους αγώνες τους σε παγκόσμιο επίπεδο.
Η δομή εξέδωσε το Revolutions of Our Times: An Internationalist Manifesto, στο οποίο αποτυπώνει τη δική της οπτική για τον επαναστατικό διεθνισμό του 21ου αιώνα.
Το Κενό Δίκτυο στηρίζει το The Peoples Want από το καλοκαίρι του 2026, μετά και τις επαφές που πραγματοποιήθηκαν κατά την περιοδεία παρουσίασης του βιβλίου Gen Z Makes History στην Ασία.
___
Οι Επαναστάσεις των Καιρών μας – Διεθνιστικό Μανιφέστο
The Peoples Want
Μετάφραση / Διακίνηση στον Ελλαδικό χώρο: Κενό Δίκτυο
Μια ηλιόλουστη μέρα στα προάστια του Παρισιού, πίσω στο 2019, άνθρωποι από όλο τον κόσμο συγκεντρώθηκαν για την πρώτη συνάντηση με τίτλο «Οι Θέληση των Λαών». Το Παρίσι είναι μια αποικιοκρατική μητρόπολη, είναι όμως και σταυροδρόμι, ένας τόπος όπου εδώ και αιώνες μαζεύονται οι εξόριστοι. Το όνομα που δώσαμε στη συνάντησή μας ήταν φόρος τιμής σε μια κραυγή που συντάραξε τον κόσμο για περισσότερο από μια δεκαετία: «Ο Λαός Θέλει την Πτώση του Καθεστώτος». Αντικαθιστώντας τη λέξη «Λαός» με την λέξη «Οι Λαοί», εκφράζαμε έναν πόθο.
Λίγα χρόνια νωρίτερα, αυτό το σύνθημα είχε φτάσει στο Παρίσι μέσα στις αποσκευές Σύριων επαναστατών. Από τη συνάντησή τους με ντόπιους αντιφρονούντες γεννήθηκε ένας συνεταιρισμός με το όνομα «Η Συριακή Καντίνα». Προοριζόταν να είναι ένας ζεστός τόπος όπου ξαναβρίσκει κανείς δύναμη και κουράγιο, όπου οι άνθρωποι σπάνε την απομόνωσή τους και οι πιο έντονες συζητήσεις περιστρέφονται γύρω από το φαγητό και την επανάσταση. Εκεί, σιγά σιγά, μπόρεσε να συγκροτηθεί μια κοινότητα εξόριστων και φίλων από διάφορες χώρες.
Μέσα από αυτή την κοινότητα ξεπήδησε «Η Θέληση των Λαών», ως μια σειρά διεθνικών συναντήσεων, χρόνο με τον χρόνο, με συμμετοχή επαναστατών από όλο τον κόσμο. Μοιραστήκαμε τις εμπειρίες μας και συζητήσαμε τί προσπαθούμε να χτίσουμε και για τί παλεύουμε στα εδάφη και στις γειτονιές μας. Δώσαμε χρόνο για να γνωριστούμε μέσα σε μεγάλα τραπέζια και γιορτές, ακούσαμε λόγους που μας ενέπνευσαν και πήραμε μέρος σε συζητήσεις, κάποιες από αυτές δύσκολες. Πάνω απ’ όλα, επιτρέψαμε στους εαυτούς μας να φανταστούμε ότι το μέλλον κρύβει δυνατότητες πέρα από το σκοτεινό κατασταλτικό πέπλο που έχει πέσει πάνω μας.
Η τελευταία από αυτές τις συναντήσεις μάς έβαλε σε νέα πορεία. Συμμετείχαν επαναστάτες και επαναστάτριες από σαράντα χώρες, και χιλιάδες άνθρωποι ήρθαν να τους συναντήσουν. Πολλοί εξέφρασαν την επιθυμία να χτιστεί κάτι πιο μόνιμο, να πάμε παραπέρα. Αυτή η ενέργεια απέδειξε ότι υπήρχε δουλειά να γίνει, ότι βρισκόμασταν μόλις στην αρχή. Έτσι, η καντίνα έμεινε καντίνα, και το δίκτυο άρχισε να σχεδιάζει τον δικό του αστερισμό.
Η διαδικασία της συγγραφής αυτού του κειμένου ξεκίνησε το καλοκαίρι του 2023. Εννέα άνθρωποι από διαφορετικά μέρη του κόσμου, τον Λίβανο, τη Γαλλία, τη Συρία, την Τυνησία, τη Χιλή, το Κουρδιστάν και το Ιράν, συναντήθηκαν για να συντάξουν ένα πρώτο σχέδιο. Εννέα συντελεστές που, ο καθένας και η καθεμιά με τον τρόπο τους, είχαν πάρει μέρος στις εξεγέρσεις των καιρών μας. Διαφορετικές εκδοχές του κειμένου δόθηκαν στη συνέχεια προς συζήτηση από το Σαντιάγο ως τη Βηρυτό, από τη Λυών ως το Μπουένος Άιρες, από το Κεντρικό Ορεινό Συγκρότημα της Γαλλίας ως τους λόφους του Γκάλογουεϊ, περνώντας από την κοιλάδα Μπεκάα. Στη διαδρομή, το κείμενο συζητήθηκε, ξαναδουλεύτηκε, επεκτάθηκε, και σε σημεία άλλαξε εντελώς. Σε τόπους εξορίας, πεδία αγώνων, σε Βορρά, Νότο, Ανατολή και Δύση, τα λόγια μας εμπλουτίστηκαν από συνεισφορές ανθρώπων που συμμετείχαν στις επαναστάσεις της Αιγύπτου, του Σουδάν και του Ιράκ, στις αγροτικές εξεγέρσεις της Ινδίας, στο φεμινιστικό κύμα της Λατινικής Αμερικής, στο κίνημα για τον Τζορτζ Φλόιντ στις Ηνωμένες Πολιτείες, στην εξέγερση της Σρι Λάνκα, στην παλαιστινιακή και την ουκρανική αντίσταση, και σε πολλά ακόμα.
Αφήνοντας κατά μέρος τις ιδεολογικές αγκυλώσεις, παρακάμπτοντας τους κυρίαρχους λόγους και τη γεωπολιτική των τηλεοπτικών στούντιο, ταξιδέψαμε για να συναντήσουμε σώματα που αγωνίζονται, και ύστερα βάλαμε τις εμπειρίες μας σε κοινό παρονομαστή. Μέσα από πολλές συναντήσεις, και από το φως που αυτές παρήγαγαν, προσπαθήσαμε να συλλάβουμε τί διακυβεύεται, να αξιοποιήσουμε τις πολλαπλές αβεβαιότητες και τις φαινομενικές αντιφάσεις, να αναλύσουμε τις ενεργές δυνάμεις και να κατανοήσουμε τις πιο άμεσες προκλήσεις μας. Θέσαμε έπειτα στον εαυτό μας μια σειρά από βραχυπρόθεσμους, μεσοπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους στόχους. Η κλιμάκωση του ανοιχτού πολέμου, στην Ουκρανία, στο Σουδάν, στην Παλαιστίνη και στον Λίβανο, για να αναφέρουμε μόνο τους πιο πρόσφατους, και η ενίσχυση της λογικής των μπλοκ που αυτή συνεπάγεται, έμοιαζαν μείζον εμπόδιο. Πώς να μη φανούμε εκτός τόπου και χρόνου, καταστρώνοντας σχέδια για έναν νέο διεθνισμό, την ώρα που παντού σκάνε βόμβες;

Αναγνωρίζοντας ο ένας τον άλλον
«Nos costó tanto encontrarnos, no nos soltemos»¹
Τόσο κόπο κάναμε για να βρεθούμε, ας μη χωρίσουμε ποτέ ξανά (ισπανικά)
Οι μνήμες της εποχής μας είναι γεμάτες εικόνες της συνεχιζόμενης κατάρρευσής της: δάση στις φλόγες, θάλασσες που έγιναν νεκροταφεία, επιδημίες, λιμοί και δολοφονικές εισβολές…
Θα μπορούσαμε όμως να διαλέξουμε να θυμόμαστε κάτι άλλο. Θα μπορούσαμε να θυμόμαστε τη δύναμη των εξεγέρσεων που συντάραξαν την ύπαιθρο και τις πόλεις του κόσμου, σε κάθε ήπειρο, σε κάθε γεωγραφία. Ξανά και ξανά, μέσα στην αποπνικτική ατμόσφαιρα του τέλους του πολιτισμού, οι άνθρωποι ξεσηκώθηκαν ενάντια στη μοιρολατρία. Κυβερνήσεις, καθεστώτα και μερικά κεφάλια έπεσαν. Οι λαοί ξαναχτύπησαν την πόρτα της Iστορίας.
Εκατοντάδες αστυνομικά τμήματα πυρπολημένα από διαδηλωτές στο Ιράν. Χίλια δημόσια κτίρια χτυπημένα από τους εξεγερμένους των εργατικών συνοικιών στη Γαλλία. Γιγαντιαία οδοφράγματα στο Μαϊντάν του Κιέβου, οι τράπεζες που κατέλαβαν με έφοδο οι εξεγερμένοι στον Λίβανο. Παντού, η βίαιη εξέγερση έδωσε απάντηση στη βία της ταπείνωσης.
Όσοι έζησαν το πλιάτσικο των αψίδων του θριάμβου, την εισβολή στις προεδρικές πισίνες, ή πήραν μέρος στους μανιασμένους χορούς που αντηχούσαν πέρα από τα όρια, θυμούνται την οργή. Την οργή, αλλά και την ομορφιά που απελευθερώθηκε σε πείσμα της θλίψης. Θυμόμαστε τη ζεστασιά μιας αμπαρωμένης πανεπιστημιακής βιβλιοθήκης υπό αστυνομική πολιορκία, τις νυχτερινές κουβέντες σε αυτοσχέδιες κουζίνες του δρόμου, τους πανέμορφους τοίχους στολισμένους με συνθήματα, λόγια ευφυίας και μηνύματα αγάπης, εκείνες τις δεκάδες χιλιάδες φωνές που τραγουδούσαν με μια φωνή ότι τίποτα δεν θα είναι πια όπως πριν.
Ας ξαναβάψουν τους τοίχους και ας ξαναστήσουν τα αγάλματά τους. Μπορούν να μας στείλουν στην εξορία. Μπορούν να μας κλείσουν στη φυλακή και να σφάξουν τους δικούς μας. Μια φλόγα καίει βαθιά στις καρδιές μας μέσα στις πιο σκληρές, τις πιο παγωμένες, τις πιο ζοφερές στιγμές.
Μέσα στην εξέγερση ξανακερδίσαμε την αξιοπρέπειά μας. Από ήπειρο σε ήπειρο, μέσα από την εξορία μας, στα ταξίδια μας και στους αγώνες μας, βρήκαμε ο ένας τον άλλον. Μέσα στη σύγκρουση των οδομαχιών, σε χειρονομίες που ειδώθηκαν και αναπαράχθηκαν σε άλλες χώρες, σε λέξεις που αντήχησαν από γλώσσα σε γλώσσα, αναγνωρίσαμε ο ένας τον άλλον. Καταλάβαμε ότι ανήκουμε σε έναν ενιαίο διεθνικό αγώνα και ότι απέναντί μας στέκει μια διεθνώς οργανωμένη ελίτ. Ξέρουμε ότι αν μείνουμε απομονωμένοι, δεν θα καταφέρουμε τίποτα.
Η πίκρα από τις ήττες μας, και η άρνησή μας να τις δεχτούμε ως οριστικές, γέννησαν την επιθυμία να γνωριστούμε. Αρχίσαμε να υφαίνουμε ένα δίκτυο πλανητικών δεσμών, από τις πρώτες γραμμές ως τις λαϊκές συνελεύσεις, από τις φεμινιστικές απεργίες ως τις επιτροπές αντίστασης, από τους κατειλημμένους κυκλικούς κόμβους των δρόμων ως τα κατειλημμένα δάση, και ανακαλύψαμε μια κοινή ευαισθησία.
Αν οι πρωτοπορίες κάποτε ισχυρίζονταν ότι βαδίζουν ένα βήμα μπροστά από τις μάζες, εμείς ξέρουμε ότι βαδίζουμε ένα βήμα πίσω από τις λαϊκές εξεγέρσεις των τελευταίων χρόνων. Μεγαλώσαμε στον απόηχό τους. Υπήρξαν το καλύτερό μας σχολείο. Τώρα θέλουμε να υφάνουμε το νήμα της εμπειρίας μιας ολόκληρης γενιάς. Και λέγοντας γενιά, εννοούμε αυτό που ενώνει όλους και όλες, ανεξαρτήτως ηλικίας, φύλου, εθνότητας, θρησκείας ή γλώσσας, όσους αναγνώρισαν την ανάδυση ενός νέου επαναστατικού κύκλου και ένιωσαν έναν σεισμό στα βάθη της καρδιάς και του σώματός τους.
Καμία από τις ιδεολογίες, κανένας από τους πολιτικούς οδικούς χάρτες που κληρονομήσαμε δεν μπορεί να συλλάβει την αναταραχή των καιρών μας. Δεν επιδιώξαμε να φτιάξουμε καινούργιους χάρτες. Έχουμε όμως μια αίσθηση της μεθόδου που θα μας επιτρέψει να βρούμε δρόμους μαζί: λέγεται διεθνισμός.
Το επαναστατικό καθήκον έχει γίνει εν μέρει καθήκον μετάφρασης. Το να μοιραζόμαστε και να μεταφράζουμε τις διαφορετικές μας αντιλήψεις για την πραγματικότητα, και να τις βάζουμε σε κυκλοφορία, είναι τα πρώτα βήματα αυτής της μεθόδου. Το κείμενο αυτό θέλει να αναδείξει τα κομβικά σημεία των πρώτων διασταυρωμένων αναλύσεών μας. Επιχειρεί να τα οργανώσει με τρόπο που μπορεί να φανεί χρήσιμος σε οποιονδήποτε και οποιαδήποτε θέλει να πάρει ενεργό μέρος σε ό,τι έρχεται.
Παλαιστίνη (2000, 2005, 2020), Αργεντινή (2001), Καβυλία (2001), Γεωργία (2003, 2024), Λίβανος (2005, 2019), Γαλλία (2005, 2018, 2023), Ισλανδία (2008), Ιράν (2009, 2017, 2019, 2022), Κιργιστάν (2010), Ταϊλάνδη (2013, 2020), Βραζιλία (2013), Νότια Κορέα (2016), Ηνωμένο Βασίλειο (2011), ΗΠΑ (2011, 2014, 2015, 2020), Συρία (2011), Μαρόκο (2011), Λιβύη (2011), Τυνησία (2011), Ισπανία (2011), Ελλάδα (2008, 2011), Αίγυπτος (2011), Σρι Λάνκα (2022), Υεμένη (2011), Μπαχρέιν (2011), Κεμπέκ (2012), Τουρκία (2013), Ουκρανία (2004, 2014), Μπουρκίνα Φάσο (2014), Μπακούρ-Κουρδιστάν (2015), Νικαράγουα (2018), Ιράκ (2019), Καταλονία (2019), Ισημερινός (2019), Λευκορωσία (2006, 2021), Κιργιστάν (2005, 2010, 2020), Τουρκία (2013), Χιλή (2019), Ινδία (2019), Χονγκ Κονγκ (2014, 2018), Αϊτή (2019), Αλγερία (2019), Σουδάν (2013, 2018, 2019), Κολομβία (2021), Βιρμανία (2021), Καζακστάν (2022), Περού (2009, 2022), Σενεγάλη (2022-2023), Μπανγκλαντές (2024)…
Αυτός δεν είναι απλώς ένας ελλιπής και ημιτελής κατάλογος των εξεγέρσεων των καιρών μας. Πίσω από κάθε τόπο, πίσω από κάθε χρονολογία, κρύβονται εκατοντάδες χιλιάδες πρόσωπα, όνειρα και ζωές. Οι γραμμές που ακολουθούν είναι φόρος τιμής στους εξεγερμένους και τις εξεγερμένες που πήραν μέρος σε αυτά τα γεγονότα. Φόρος τιμής σε όσους βρήκαμε, σε όσους δεν έχουμε ακόμα συναντήσει και σε όσους δεν θα ξαναδούμε ποτέ. Σε εκείνους που έπεσαν επειδή αγαπούσαν τη ζωή. Για χάρη δική μας, αλλά και δική τους, αποφασίσαμε να ξαναβγούμε στον δρόμο, εμπνευσμένοι από την παρουσία και την ενέργειά τους. Αυτά τα λόγια είναι αφιερωμένα σε εκείνους.

Η γέννηση της δύναμής μας
Τα περιθώρια επιτίθενται στο κέντρο / Από τα περιθώρια στον λαό / Η πτώση του καθεστώτος / Το σχέδιο που μας έλειψε
Ένας Άραβας στοχαστής του δέκατου πέμπτου αιώνα, βλέποντας τον πολιτισμό του να καταρρέει βυθισμένος στην περιττή πολυτέλεια, προέβλεψε ανήσυχος: τα περιθώρια θα βάλουν τέλος στην Αυτοκρατορία. Και ποια καλύτερη εικόνα αυτής της απειλής από τα περιθώρια, από το Δελχί του 2020, περικυκλωμένο από εκατομμύρια αγρότες που για καιρό τούς αγνοούσαν. Αγρότες που, μετά τη μεγαλύτερη απεργία στην ιστορία της ανθρωπότητας, μια απεργία 250 εκατομμυρίων ανθρώπων, έστησαν αγροτικά συμβούλια, τα Μαχαπαντσαγιάτ, σε όλη τη χώρα, λέγοντας: Τα Μαχαπαντσαγιάτ είναι τα νέα κοινοβούλια του λαού, και οι ανέγγιχτοι θα βρίσκονται στο κέντρο τους.
Τα περιθώρια επιτίθενται στο κέντρο
Όπως έδειξαν οι εξεγέρσεις των καιρών μας, δεν υπάρχει παγκόσμιο επαναστατικό υποκείμενο. Οι μαύροι στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι γυναίκες και οι σεξουαλικά και έμφυλα ανυπότακτες στη Λατινική Αμερική, οι Βαλούχοι ή οι Κούρδοι στο Ιράν, οι αυτόχθονες λαοί στον Ισημερινό ή στο Περού, η νεολαία των εργατικών συνοικιών του Σαντιάγο και της Τρίπολης. Την εξέγερση την οδήγησαν, πάνω απ’ όλα, οι υπάρξεις των περιθωρίων.
Το να βρίσκεσαι στα περιθώρια σημαίνει να είσαι μέρος του όλου, αλλά έξω από αυτό. Στα περιθώρια ανήκουν όσοι κρατιούνται προσεκτικά στο περιθώριο του παιχνιδιού: όχι τόσο μακριά ώστε να σταματήσει η μηχανή να δουλεύει, όχι όμως και τόσο κοντά ώστε να ενοχλούν. Ταυτόχρονα έξω από τα κέντρα και στην υπηρεσία τους. Τα κέντρα είναι εκεί όπου εδρεύει η εξουσία: κράτος ή πρωτεύουσα, πολυεθνική εταιρεία, άποικοι-εποικιστές, αφεντικά, πατριάρχες.
Μια εξέγερση μένει περιορισμένη όταν εκείνοι που την πυροδοτούν δεν καταφέρνουν να συσπειρώσουν και άλλα είδη οργής. Απέναντι στα κέντρα εξουσίας, τους μεγάλους αρχιτέκτονες του διαχωρισμού μας, το στοίχημα των εξεγέρσεών μας ήταν να εξασφαλίσουμε τη συνάντησή μας. Συναντήσεις ανάμεσα σε διαφορετικά κομμάτια των περιθωρίων, αλλά και συναντήσεις ανάμεσα στους ανθρώπους των περιθωρίων και τους αντιφρονούντες των κέντρων: εκείνους που αψηφούν τις εξουσίες από τις οποίες επωφελούνται, όπως οι κάτοικοι των αποικιοκρατικών μητροπόλεων που στηρίζουν τους απελευθερωτικούς αγώνες στις αποικίες.
Όπου ένα κομμάτι των περιθωρίων, όπως οι αγρότες στην Ινδία, οι αυτόχθονες στον Ισημερινό, οι μαθητές στη Χιλή ή οι μαύροι στις Ηνωμένες Πολιτείες, βρήκε στο πλευρό του ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού, οι εξεγέρσεις κατάφεραν νίκες. Έστω κι αν αυτές ήταν συχνά μερικές και προσωρινές: η απόσυρση των μεταρρυθμίσεων στην Ινδία και τον Ισημερινό, το άνοιγμα της συντακτικής διαδικασίας στη Χιλή, και η ψευδοαναδιάρθρωση ορισμένων τοπικών αστυνομικών σωμάτων στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Μέσα σε μια εξέγερση, οι συναντήσεις ανάμεσα στους μαχητές των περιθωρίων και τους αντιφρονούντες των κέντρων ανοίγουν ρωγμές που κουβαλούν κοφτερές δυνατότητες, εκεί όπου συνυπάρχουν αμφισημίες και αντιφάσεις. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, στην εξέγερση που πυροδότησε η δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ προσχώρησαν μαζικά λευκοί διαδηλωτές. Μετά τις πρώτες μέρες της εξέγερσης, αυτοί οι διαδηλωτές επιχείρησαν να σχηματίσουν κλοιό ασφαλείας ανάμεσα στην αστυνομία και τους μαύρους εξεγερμένους για να τους «προστατέψουν». Χωρίς καν να το συνειδητοποιούν, συνέβαλλαν στην εξουδετέρωση της οργής και στην επανασχεδίαση των φυλετικών ορίων που το εξεγερτικό κίνημα είχε για μια στιγμή κάνει λιγότερο άκαμπτα. Τίποτα δεν είναι δεδομένο στη συνάντηση ανάμεσα στους αντιφρονούντες των κέντρων εξουσίας και τους μαχητές των περιθωρίων, ούτε ανάμεσα στα ίδια τα διαφορετικά κομμάτια των περιθωρίων, αλλά οι στιγμές της εξέγερσης υπήρξαν μοναδικές ευκαιρίες να μετατοπιστούν τα όρια πέρα από τα στεγανά των κλειστών χώρων.
Όπου τέτοιες συναντήσεις δεν έγιναν, οι εξεγέρσεις πολλαπλασιάστηκαν σε αλλεπάλληλα κύματα, αλλά σε κάποιο στάδιο διαλύθηκαν, κατακερματίστηκαν ή κατεστάλησαν. Έτσι έγινε στο Ιράν, όπου το 2009 εξεγέρθηκαν κυρίως τα ξεπεσμένα μεσαία στρώματα, και το 2017 και το 2019 οι άντρες της εργατικής τάξης. Μόνο το 2022 κλονίστηκε το καθεστώς, όταν όλα τα κομμάτια της κοινωνίας ξεσηκώθηκαν πίσω από τις γυναίκες. Στη Γαλλία, οι λευκοί αντιφρονούντες των κέντρων δεν ενώθηκαν με τη νεολαία των εργατικών συνοικιών το 2005 ή το 2023, και τα μεσαία στρώματα ή οι συνδικαλισμένοι εργάτες ελάχιστα συμμετείχαν στην εξέγερση των Κίτρινων Γιλέκων το 2018. Χωρίς αυτές τις συναντήσεις, τα καθεστώτα αντέχουν, οι κυβερνήσεις κερδίζουν χρόνο.

Από τα περιθώρια στον λαό
Στην καρδιά του Παρισιού, το εξεγερτικό βράδυ της 1ης Δεκεμβρίου 2018, αφού έσπασαν οι πόρτες του παλιού Χρηματιστηρίου του Παρισιού, ένας μαύρος έφηβος, δίπλα σε έναν λευκό διαδηλωτή με κίτρινο γιλέκο και έναν ακτιβιστή μαροκινής καταγωγής, ξεσπά ενθουσιασμένος: «Εμείς είμαστε ο λαός… Ουάλα (τ’ ορκίζομαι στον Αλλάχ), εμείς είμαστε ο λαός!»
Η εξέγερση διαλύει τους διαχωρισμούς που παράγουν τα κέντρα εξουσίας και ανασυγκροτεί τον λαό. Στο Σουδάν, μέσα στις επαναστατικές πορείες του 2019 και στην κατάληψη της πλατείας αλ-Κιγιάντα, άνθρωποι από όλες τις γωνιές της χώρας βρέθηκαν να μοιράζονται την εμπειρία των αδικιών που τους χτυπούσαν όλους, αν και με διαφορετικούς τρόπους. Μέσα στην εξέγερση πρωτοσυναντήθηκαν, φωνάζοντας μαζί: «Η ενότητα είναι επιλογή του λαού!»
Η εξέγερση θρυμματίζει τον λαό, όπως τον κατασκεύασαν και τον αποστέωσαν τα εθνικά αφηγήματα, οι φασιστικές ιδεολογίες. Μέσα από τα καλέσματά τους για ενότητα, τα περιθώρια της εξέγερσης συχνά επανεφηύραν τον λαό, στα μέτρα των δικών τους πραγματικοτήτων. Αυτό εξηγεί γιατί, στη Γαλλία, ένα κατά κύριο λόγο λευκό κίνημα όπως τα Κίτρινα Γιλέκα ήταν τόσο ισχυρό ανάμεσα στους αποικιοκρατούμενους πληθυσμούς της Γουαδελούπης στην Καραϊβική ή στην Ρεϋνιόν ένα ηφαιστειογενές νησί στον Ινδικό ωκεανό, ανατολικά της Μαδαγασκάρης. Γιατί ανάμεσα στις κεντρικές μορφές του κινήματος βρέθηκαν μια μαύρη γυναίκα, ο γιος ενός Πορτογάλου μετανάστη και ένας νεαρός Ρομά. Γιατί ένας μικροεπιχειρηματίας και μια γυναίκα της εργατικής τάξης μπορούσαν να κρατούν μαζί το ίδιο οδόφραγμα. Στη Σρι Λάνκα, η εξέγερση του 2022 έφερε κοντά, όχι χωρίς τριβές, βουδιστές μοναχούς, queer ανθρώπους, Σινχαλέζους και Ταμίλ, αποκαλύπτοντας τον λαό γι’ αυτό ακριβώς που είναι: πολλαπλός και εν τω γίγνεσθαι.
Το πλέξιμο των διαφορετικών θραυσμάτων των περιθωρίων γίνεται τόσο με τον λόγο όσο και με τις χειρονομίες. Το κατάλαβαν καλά οι Σύριοι Άραβες επαναστάτες όταν χρησιμοποίησαν την κουρδική λέξη «αζαντί» (ελευθερία) ως κάλεσμα προς τους Κούρδους. Οι Τουρκμένοι του Ιράν όταν τραγούδησαν «Κουρδιστάν, τα μάτια και το φως του Ιράν» για να ενώσουν ιστορικά ανταγωνιστικές μειονότητες. Η χρήση της σημαίας των Μαπούτσε στις διαδηλώσεις του 2019 στη Χιλή, και της Καβυλικής στην Αλγερία τον καιρό του Χιράκ. Μέσα στην κάψα της εξέγερσης, όλες αυτές οι χειρονομίες ήταν απόπειρες να διευρυνθεί ο λαός.
Ωστόσο, κανένα κομμάτι των περιθωρίων δεν μπορεί να ενοποιεί επ’ αόριστον την πολλαπλότητα των ανθρώπων. Την ενότητα την κάνει δυνατή το μοίρασμα των εμπειριών των περιθωρίων, οι εξεγερτικές πρακτικές, η αντίσταση απέναντι στην καταστολή και η οργάνωση της άμεσης επιβίωσης, περισσότερο απ’ ό,τι τα οράματα αλλαγής ή οι ιδεολογικές πεποιθήσεις. Ενώ τα καθεστώτα πάλευαν αδυσώπητα να διασπάσουν το κίνημα με κάθε δυνατό μέσο, οι προϋπάρχουσες διαιρέσεις επέστρεφαν κι αυτές με την πρώτη ευκαιρία, υπονομεύοντας την ενότητα που γεννήθηκε στην εξέγερση. Κι αυτό μας αφήνει με ένα μείζον ερώτημα: πώς διατηρούμε την ενότητά μας πέρα από την κορύφωση μιας εξέγερσης;
Ένας λαός είναι πάντα πολλά πράγματα μαζί. Μπορεί να εξαπατηθεί, να καταπιεστεί, να συμμετάσχει στην ίδια του την ήττα ή στην ήττα άλλων. Μπορεί να διαιρεθεί, με το κάθε θραύσμα να πολεμά το άλλο. Όμως ένας λαός μπορεί επίσης, σε σπάνιες στιγμές, να συσπειρωθεί γύρω από τη συλλογική βούληση για απελευθέρωση από την πολιτική τάξη που τον κυβερνά. Μόνο μέσα από τη συνάντηση, έστω και εφήμερη, παρά τα εμπόδια και τις αντιφάσεις, τα διάφορα κομμάτια των περιθωρίων, μαζί με τους αντιφρονούντες των κέντρων εξουσίας, δημιούργησαν έναν λαό με νέο νόημα. Έναν λαό με επαναστατική δυναμική.

Η πτώση του καθεστώτος
Στην Αίγυπτο, στην Τυνησία και στην Ουκρανία, καθεστώτα έπεσαν. Στον Λίβανο, στη Σρι Λάνκα και στο Ιράκ, κυβερνήσεις ανατράπηκαν. Κι όμως, ακόμα κι εκεί όπου τα κινήματα φάνηκαν για μια στιγμή νικηφόρα, πουθενά οι εξεγέρσεις δεν κατάφεραν να εμποδίσουν την επιστροφή της κατεστημένης τάξης ή τον ερχομό του χειρότερου. Οι εξεγερμένοι παντού θυμήθηκαν με οδύνη ότι η αντικατάσταση μιας κυβέρνησης ή ενός συντάγματος δεν αποτελεί απαραίτητα απειλή για τους ισχυρούς. Οι εξεγέρσεις δεν έφτασαν ποτέ στον πυρήνα των καθεστώτων.
Μια εξέγερση είναι η έκρηξη του πραγματικού κινήματος, η αυτοκατάφαση εκείνων που εκδιώχθηκαν από την ανθρωπιά τους, που απογυμνώθηκαν από το αυτεξούσιο, την ίδια τους τη δύναμη. Έτσι, μια εξέγερση σηματοδοτεί, τόσο προς τα κέντρα όσο και προς τα ίδια τα περιθώρια, ότι το στάτους κβο δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο. Ραγίζει τη νομιμοποίηση των κατεστημένων εξουσιών. Μένει το ερώτημα: τι κάνουμε με αυτή τη ρωγμή;
Το 2022, η Σρι Λάνκα βρέθηκε στο χείλος της ανατροπής. Τα κυβερνητικά κτίρια ήταν κατειλημμένα, ο πρόεδρος είχε φύγει από τη χώρα, και ο στρατός και η αστυνομία δεν τολμούσαν να επέμβουν. Κατά μία έννοια, οι επαναστάτες είχαν κερδίσει τον πρώτο γύρο. Αλλά μην ξέροντας τι να κάνουν τα υπουργεία, τα επέστρεψαν. Όπως κι αλλού, οι επαναστάτες νικήθηκαν από το σοκ της ίδιας τους της νίκης.
Σε πολλές εξεγέρσεις, μπροστά στην παράλυσή μας, οι πολιτικοί και οι τεχνοκράτες κάθε απόχρωσης δεν άφησαν να πάει χαμένη η ευκαιρία που τους πρόσφερε η αδυναμία μας. Οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι στην Τυνησία και την Αίγυπτο, οι στρατιωτικοί ηγέτες στη Λιβύη και την Αλγερία, η «επίσημη» αντιπολίτευση του Συριακού Εθνικού Συμβουλίου: το πλήθος των καιροσκόπων δεν περίμενε να τελειώσουμε το πένθος για τους νεκρούς μας ή την περίθαλψη των πληγωμένων μας. Ενώ τα οδοφράγματά μας στέκονταν ακόμα όρθια, εκείνοι πήγαιναν να διαπραγματευτούν μια «πολιτική διέξοδο», συνώνυμη με το τέλος της εξέγερσης.
Πώς να ξεχάσουμε τον Μπόριτς, τον μετέπειτα εκλεγμένο Πρόεδρο της Χιλής, να τρέχει στις αίθουσες του Κογκρέσου το 2019, την ώρα που το πλήθος συγκρουόταν ακόμα με την αστυνομία στους δρόμους, για να υπογράψει μαζί με τα κυβερνώντα πολιτικά κόμματα μια μεροληπτική συμφωνία για μια συνταγματική διαδικασία που θα έβαζε φρένο στην εξέγερση; Όπως τόσο συχνά συμβαίνει, το θεσμικό παιχνίδι παρενέβη για να αποκαταστήσει την τάξη και να εμποδίσει τη χώρα να βυθιστεί στο άγνωστο. «Αν πέσει ο Πινιέρα, πέφτουμε όλοι», είπε με διαύγεια ένας αριστερός Χιλιανός γερουσιαστής. Οι πολιτικοί και οι αστοί, της δεξιάς όπως και της αριστεράς, προτιμούν πάντα να δεχτούν μια διακοσμητική αλλαγή και μερικές παραχωρήσεις για να αποτρέψουν τον ερχομό μιας επανάστασης που θα απειλούσε πραγματικά την εξουσία και τον πλούτο τους. Για να αποτρέψουν μια βαθιά επανάσταση.
Στη διάρκεια της εξέγερσης του Μαϊντάν στο Κίεβο το 2014, οι πόρτες των υπουργείων σφράγισαν μόλις ο δρόμος καθαίρεσε το καθεστώς. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης έσπευσαν να προτείνουν μια «μεταβατική κυβέρνηση», με την οποία παρέλασαν στην κεντρική εξέδρα της κατειλημμένης πλατείας διεκδικώντας νομιμοποίηση. Οι εξεγερμένοι δεν ξεγελάστηκαν, αλλά μετά από τρεις μήνες εξέγερσης ήταν εξαντλημένοι, κι έτσι το τέχνασμα πέρασε. Οι εξεγερμένοι νόμισαν ότι θα μπορούσαν να κρατούν τη νέα κυβέρνηση υπό στενή επιτήρηση και πρότειναν μάλιστα «λαϊκούς» βουλευτές. Πίεσαν τη νέα κυβέρνηση καταλαμβάνοντας ορισμένα υπουργεία για να επιβάλουν θεσμικές αλλαγές και απείλησαν να ξεκινήσουν ένα νέο Μαϊντάν. Πάνω απ’ όλα όμως, ήταν το σύνθημα να γυρίσουν όλοι σπίτι τους.
Στη Σρι Λάνκα, στη Χιλή και στην Ουκρανία, για να πάει η εξέγερση παραπέρα, θα έπρεπε να αντιμετωπίσει την αβεβαιότητα του πώς θα τραφεί η χώρα, πού θα βρεθούν καύσιμα ή φάρμακα, πώς θα αμυνθεί απέναντι σε ξένη στρατιωτική επίθεση. Για να ξέρουν πώς να επιβιώσουν και να ζήσουν, οι εξεγερμένοι θα έπρεπε να απαντήσουν σε ερωτήματα κλίμακας που, προς το παρόν, ξεπερνούν τις δυνάμεις τους: τι να κάνουμε με τους κρατικούς θεσμούς, τους διεθνείς οργανισμούς, τον στρατό ή το εξωτερικό χρέος; Πώς να ξεπεραστούν τα εμπόδια χωρίς να δημιουργηθούν νέες εξαρτήσεις; Η ιστορία μάς έμαθε ότι οι συμβιβασμοί οδηγούν συχνά σε παραχωρήσεις, δηλαδή σε παραλλαγές του ίδιου, και όχι σε εναλλακτικές. Πώς λοιπόν συνεχίζουμε να παλεύουμε χωρίς να πέσουμε στην άβυσσο;
Για να το κάνουμε αυτό, χρειαζόμαστε κάτι παραπάνω από υλικές εγγυήσεις. Το να ρίχνεσαι στο άγνωστο είναι πράξη πίστης. Γίνεται όταν φαίνεται πως δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Ή από πεποίθηση: όταν πιστεύεις σε κάτι τόσο βαθιά που το ρίσκο μοιάζει να αξίζει. Αλλά σε τι ακριβώς πιστεύουμε; Ποια είναι η απάντησή μας στην αβεβαιότητα; Οι μέρες που ο σοσιαλισμός ήταν στο τραπέζι κάθε εξέγερσης έχουν περάσει. Χωρίς χάρτη και χωρίς πυξίδα, οι εξεγερμένοι ρίχτηκαν στην αγκαλιά εκείνων που είχαν ένα έτοιμο σχέδιο: των αντιδραστικών, των φιλελεύθερων ή των στρατιωτικών. Και όσοι από εμάς άναψαν τη φωτιά της εξέγερσης μείναμε να παρατηρούμε, να σχολιάζουμε και να ασκούμε κριτική, τουλάχιστον όσοι ήμασταν ακόμα ελεύθεροι, ή ζωντανοί.

Το σχέδιο που μας έλειψε
Η ειρωνεία είναι ότι ίσως το σχέδιο βρισκόταν εκεί από την αρχή, μπροστά στα μάτια μας.
Πολλά έχουν ειπωθεί για τον οριζόντιο, αποκεντρωμένο χαρακτήρα των εξεγέρσεών μας. Για το πόσο απούσες ήταν οι μεγάλες παραδοσιακές οργανώσεις, ή πόσο ανίκανες να μονοπωλήσουν την «ηγεσία» των αναδυόμενων κινημάτων. Οι αριστεροί σε όλο τον κόσμο έμοιαζαν να έχουν κατακλυστεί από την ένταση και την εφευρετικότητα αυτού του κύματος εξεγέρσεων.
Έτσι, κάθε εξέγερση, κάθε αγώνας, είδε να αναδύονται, ανεξάρτητα από τις οδηγίες του τάδε ή του δείνα ηγέτη, κόμματος ή οργάνωσης, νέες μορφές λαϊκής οργάνωσης προσαρμοσμένες στις ανάγκες της κάθε εξέγερσης. Καταλήψεις πλατειών, κτιρίων ή πανεπιστημίων στην Ελλάδα, στην Αίγυπτο, στον Λίβανο, στο Ιράκ, στη Σρι Λάνκα και στο Χονγκ Κονγκ. Τοπικά συμβούλια στη Συρία και επιτροπές αντίστασης στο Σουδάν. Τοπικές συνελεύσεις στη Χιλή και στην Κολομβία. Φεμινιστικές συνελεύσεις σε όλο τον κόσμο. Κυκλικοί κυκλοφοριακοί κόμβοι κατειλημμένοι από τα Κίτρινα Γιλέκα στη Γαλλία.
Σε καθεμιά από αυτές τις εμπειρίες, οι εξεγερμένοι βρέθηκαν να οργανώνουν τόσο την επίθεση όσο και την καθημερινή ζωή της εξέγερσης. Γίνονταν συνελεύσεις για να συζητηθεί η στρατηγική και να προετοιμαστούν μπλόκα σε αυτοκινητόδρομους, διαδηλώσεις και έφοδοι στα κέντρα της εξουσίας. Προσπαθήσαμε να οργανώσουμε την ασφάλεια και την αυτοάμυνα, εντοπίζαμε τις δυνάμεις καταστολής, ετοιμάζαμε τη νομική υπεράσπιση και φροντίζαμε τους τραυματίες. Στήσαμε καταυλισμούς και παράγκες, ταΐσαμε πλήθη μέσα από τις ollas comunes (συλλογικές κουζίνες), καταλάβαμε και καλλιεργήσαμε λαχανόκηπους. Παντού, προσπαθήσαμε να εξασφαλίσουμε τον πολλαπλασιασμό των δυνάμεών μας και των δυνατοτήτων μας για δράση.
Στη Συρία, οι επαναστάτες πήγαν ακόμα πιο μακριά. Στα εδάφη από όπου εκδιώχθηκε το καθεστώς, οι εξεγερμένοι κατάφεραν να διαχειριστούν μόνοι τους ολόκληρες πόλεις, νοσοκομεία, μύλους, σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής, και να μοιράζουν τρόφιμα, για αρκετά χρόνια. Τα εκατοντάδες τοπικά συμβούλια στα απελευθερωμένα εδάφη ήταν η απόδειξη ότι το μέλλον της Συρίας δεν βρισκόταν ούτε στα χέρια του Εθνικού Συμβουλίου (της εξόριστης αντιπολίτευσης), ούτε σε εκείνα των ένοπλων ομάδων. Κι όμως, οι επαναστάτες δεν τόλμησαν να διεκδικήσουν ότι οι ίδιοι ήταν αυτοί που ίσως έχτιζαν πραγματικά μια εναλλακτική στο καθεστώς. Ήταν η έμπρακτη απόδειξη ότι, ακόμα και κάτω από τις βόμβες και την πολιορκία, αποκομμένοι από τον κόσμο και αντιμέτωποι με μια αμείλικτη καταστολή, οι άνθρωποι είναι ικανοί να αυτοκυβερνηθούν.
Σε μια εξέγερση, θα βρισκόμαστε πάντα αντιμέτωποι με δυνάμεις που δεν θα διστάσουν να καταλάβουν τα παλάτια. Και η προτεραιότητά τους θα είναι πάντα να τσακίσουν τις νεογέννητες μορφές λαϊκής οργάνωσης. Μη αναγνωρισμένοι ως σοβαροί ή νόμιμοι συνομιλητές από τις εθνικές και διεθνείς δυνάμεις, οι εξεγερμένοι παραγκωνίστηκαν. Απέναντι σε αυτές τις απειλές, γενικά δεν καταφέραμε να επηρεάσουμε την έκβαση των εξεγέρσεων. Είτε δεν μπορέσαμε είτε δεν θελήσαμε να αναλάβουμε την επόμενη μέρα της εξέγερσης. Δεν καταφέραμε να επιβληθούμε ως δύναμη.
Και στο Σουδάν, στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας αγώνα (2013-2023), στήθηκαν επιτροπές αντίστασης σε πόλεις και γειτονιές. Οργάνωσαν τόσο τις κινητοποιήσεις όσο και τη λαϊκή αλληλοβοήθεια. Χρόνο με τον χρόνο, εξέγερση με την εξέγερση, μεγάλωσαν σε δύναμη και εμπειρία. Μετά την ανατροπή του Προέδρου Ομάρ αλ-Μπασίρ, ορισμένες οργανώσεις της αντιπολίτευσης αποφάσισαν να συμμετάσχουν στο πολιτικο-στρατιωτικό Μεταβατικό Συμβούλιο. Οι επιτροπές αντίστασης αντιτάχθηκαν στη μεγάλη τους πλειοψηφία σε αυτή την απόφαση, για να μείνουν πιστές στο αίτημα της επανάστασης να απομακρυνθούν όλες οι εξουσίες που συνδέονται με τον στρατό. Έτσι, ενσάρκωσαν οι ίδιες τη λαϊκή νομιμοποίηση. Απελευθερωμένες από τις οργανώσεις της αντιπολίτευσης και δυναμωμένες από αυτή τη νομιμοποίηση, οι εκατοντάδες επιτροπές συνέταξαν και στη συνέχεια ψήφισαν μια πρόταση για το μέλλον της χώρας: τη Χάρτα για την Εγκαθίδρυση της Λαϊκής Εξουσίας. Μόνο στο Σουδάν οι επιτροπές βάσης του κινήματος τόλμησαν να διεκδικήσουν την επαναστατική εξουσία. Αλλού, ένα από τα μεγάλα λάθη ήταν ότι οι αναδυόμενες λαϊκές εξουσίες υποβιβάστηκαν σε απλά μέσα της επανάστασης, αντί να ιδωθούν ως μια μοναδική σύζευξη των μέσων και των σκοπών της. Ως προεικόνιση ενός δυνατού επαναστατικού μέλλοντος.
Αυτά τα πειράματα προσφέρουν έναν θησαυρό διδαγμάτων για τους επαναστάτες και τις επαναστάτριες. Συναντούν και επικαιροποιούν μια μακριά ιστορία λαϊκής εξουσίας. Μια ιστορία που κανένα σχολικό εγχειρίδιο δεν αναφέρει: εκείνη των Comandos Comunales (Κοινοτικές Εντολές) και των Cordones Industriales στη Χιλή (1970-73), των Quilombos της Βραζιλίας (1550-2024), των τμημάτων των αβράκωτων της Γαλλικής Επανάστασης (1789-93), των Caracoles της Τσιάπας και των Εργατικών Συμβουλίων της Ρωσίας και της Βαυαρίας (1905, 1918-1919), της Κομμούνας του Παρισιού (1871), του Μορέλος (1913) και της Κρονστάνδης (1921). Και πολλών ακόμα.
Ερμηνεύουμε όσα ζήσαμε ως μια συνεχιζόμενη εποχή εξέγερσης. Αυτό που κάποιοι έσπευσαν να ξεγράψουν ως ήττα, εμείς το βλέπουμε ως τη γέννηση ενός παγκόσμιου κινήματος εξέγερσης για την αξιοπρέπεια. Κοιτάμε τις αποτυχίες μας κατάματα και προετοιμαζόμαστε για τις νίκες που έρχονται. Αφετηρία μας είναι όλοι εκείνοι οι τόποι όπου η λαϊκή εξουσία επέστρεψε, άλλοτε εφήμερα, άλλοτε πιο πεισματικά, για να μας ξαναδώσει τη δύναμή μας.

Βρίσκοντας το χειρόφρενο έκτακτης ανάγκης
Πίσω από κάθε φασισμό κρύβεται μια αποτυχημένη επανάσταση / Η εποχή της εξάντλησης / Μια Κατάσταση Έκτακτης Ανάγκης σε κάθε κράτος / Βρίσκοντας τον ορίζοντα /
Η αρχή αυτής της δεκαετίας υπογραμμίζει μια απλή αλλά οδυνηρή αλήθεια: όσο προχωρά η επανάσταση, τόσο σκληραίνει η αντεπανάσταση.
Οι πρόσφατες εξεγέρσεις έδειξαν ότι όλα τα καθεστώτα, όποια κι αν είναι η φύση τους, βρίσκονται σε ριζική αναντιστοιχία με τους πόθους των λαών. Ανίκανες να πυροδοτήσουν την πίστη στα ετοιμοθάνατα σχέδιά τους, οι εξουσίες απάντησαν πρώτα με τον τρόμο. Οι εξεγέρσεις άφησαν πίσω τους μάρτυρες, φυλακισμένους και εξόριστους. Η στρατιωτικοποίηση των εδαφών και η ποινικοποίηση των αγώνων εντείνονται, ενώ οι βίαιες εξαφανίσεις και τα βασανιστήρια πολλαπλασιάζονται. Και για να ολοκληρωθεί η εθνική φρίκη, Ρώσοι, Ιρανοί, Γάλλοι και Αμερικανοί στρατηγοί συνέρρευσαν στο προσκεφάλι των απειλούμενων καθεστώτων. Δακρυγόνα, βόμβες και «γαλλική αστυνομική τεχνογνωσία» προσφέρθηκαν στον Μπεν Άλι, Γερμανοί αστυνομικοί και ισραηλινά συστήματα κυβερνοασφάλειας στη Χιλή, ιρανικές πολιτοφυλακές και ρωσικές βόμβες σε βοήθεια του Μπασάρ αλ-Άσαντ. Η συντριβή των εξεγέρσεών μας δεν ήταν απλώς εθνική υπόθεση, ήταν διεθνής.
Μετά τις εξεγέρσεις, ό,τι επιβιώνει δυναμώνει, ακόμα και οργανώνεται, και τις περισσότερες φορές είναι κάποια μορφή αντίδρασης. Παντού, οι κυρίαρχες τάξεις υπερασπίζονται λυσσαλέα τα συμφέροντά τους, όποιο κι αν είναι το κόστος. Σε όλο τον πλανήτη, οι μόνες οργανωμένες δυνάμεις που μοιάζουν να επιζούν των εξεγέρσεων είναι στην καλύτερη περίπτωση συντηρητικές, στη χειρότερη φασιστικές. Οι εξεγέρσεις της τελευταίας δεκαετίας ανακόπηκαν από μια μεγάλης κλίμακας και πολύμορφη απάντηση: μια βίαιη αντεπανάσταση.

Πίσω από κάθε φασισμό κρύβεται μια αποτυχημένη επανάσταση
Η αντεπανάσταση δεν είναι απλώς μια παγκόσμια αντιεξεγερτική επιχείρηση. Ούτε είναι απλώς μια παλινόρθωση, μια επιστροφή στο παλαιό καθεστώς ή η αποκατάσταση μιας κοινωνικής τάξης που κλονίστηκε από τη σύγκρουση και την εξέγερση. Χτίζει ενεργά μια νέα τάξη πραγμάτων στα μέτρα των δικών της αναγκών. Διαμορφώνει νοοτροπίες, πολιτισμικές συμπεριφορές, γούστα, συνήθειες και ήθη. Αλλά υπάρχει και κάτι παραπάνω: η αντεπανάσταση χρησιμοποιεί τις ίδιες προϋποθέσεις και τις ίδιες τάσεις πάνω στις οποίες στηρίζεται και η επανάσταση. Καταλαμβάνει το έδαφος του αντιπάλου της και δίνει άλλες απαντήσεις στα ίδια ερωτήματα. Επανερμηνεύει την επανάσταση με τον δικό της τρόπο.
Καθώς οι επαναστάτες συντρίβονται, διασκορπίζονται και απομονώνονται, τα κεφάλια της λερναίας ύδρας που νομίζαμε ότι κόψαμε ξαναφυτρώνουν σιγά σιγά. Είτε μέσα από τα αποαποικιακά κοστούμια που φορούν ο Πούτιν ή ο Σι Τζινπίνγκ, είτε μέσα από τις «αντισυστημικές» ανταρσίες του Τραμπ, του Μιλέι ή του Μπολσονάρο, είτε μέσα από τον πόλεμο του «ελεύθερου κόσμου» για τη «δημοκρατία», οι ελίτ παντού προσπαθούν να τιθασεύσουν τους πόθους των εξεγέρσεων για να εμποδίσουν την επιστροφή τους. Στην Αργεντινή, το σύνθημα «afuera!» (Έξω!) του Μιλέι αντανακλά το «que se vayan todos!» (Να φύγουν όλοι!) των εξεγερμένων στο γύρισμα του αιώνα. Ο καλύτερος τρόπος να συντρίψεις την επιθυμία για ελευθερία είναι να παρουσιαστείς ως απελευθερωτής.
Το 2024, ο Ντόναλντ Τραμπ συμμετέχει σε συγκεντρώσεις με συνθήματα όπως «γίνε ακυβέρνητος» και «μαζικές απελάσεις τώρα». Αν οι φασίστες είναι οι ορκισμένοι εχθροί μας, δεν είναι μόνο επειδή το σχέδιό τους είναι το αντίθετο του δικού μας. Είναι ορκισμένοι εχθροί μας επειδή υπερασπίζονται το σχέδιό τους με επαναστατική μεταμφίεση, τρεφόμενοι από τις ορμές και τους πόθους της λαϊκής εξέγερσης, ενώ αποτελούν την ύστατη εφεδρεία των κέντρων εξουσίας. Ο Πούτιν, η Μελόνι, η Λεπέν, όπως τόσοι άλλοι, εκμεταλλεύονται την απογοήτευση και την ταπείνωση της εργατικής τάξης, που υπονομεύτηκε από τις τελευταίες μεταλλάξεις του κεφαλαίου, για να στεριώσουν την «αντισυστημική» τους στάση, ώστε να υπερασπιστούν καλύτερα το σύστημα. Ισχυρίζονται ότι θέλουν να τα αλλάξουν όλα για να μην αλλάξει τίποτα. Σήμερα, οι αντιδραστικοί ριζοσπαστικοποιούνται, ενώ οι προοδευτικοί σπαρταρούν μέσα στη μετριοπάθεια.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι φασίστες τρέφουν τόσο μίσος για τα φεμινιστικά και τα queer κινήματα. Ο φασισμός βλέπει σε αυτά έναν αντίπαλο ικανό να γεννήσει μια επιθυμία απελευθέρωσης που θα μπορούσε δυνητικά να απειλήσει την κατεστημένη τάξη. Οι φεμινίστριες του Νότου έπεισαν εκατομμύρια να ενταχθούν στα κινήματά τους, χάρη στη ριζοσπαστική τους διεκδίκηση για χειραφέτηση και στη βούλησή τους να αλλάξουν τα πάντα, παραβιάζοντας τους κανόνες του φύλου, της τάξης, της γεωγραφίας και της ηλικίας. Το ίδιο ισχύει για το queer κίνημα, ένα από τα λίγα που εξακολουθούν να τολμούν να ονειρεύονται. Θρυμματίζοντας τη δυαδική λογική που βρίσκεται στη βάση κάθε εξουσίας, μετατρέπουν το φαντασιακό σε όπλο και την επιθυμία σε δύναμη. Βάζοντας το σώμα στην καρδιά του μετασχηματισμού, η queer επανάσταση είναι ένα από τα λίγα κινήματα που στέκονται εμπόδιο στο όραμα των φασιστών και ενσαρκώνουν εφικτά μέλλοντα. Όμως, όπως τόσα άλλα κινήματα πριν από αυτά, φλερτάρονται από τις προοδευτικές φράξιες της Αυτοκρατορίας, που προσπαθούν να τα απονευρώσουν και να τα μεταμορφώσουν σε ακίνδυνο πολιτισμικό αξεσουάρ.
Πώς να πιστέψουμε ότι οι ισοπεδωτικοί υπερεξουσιαστικοί μηχανισμοί του Τραμπ, του Μόντι ή του Νετανιάχου θα μπορούσαν να νικηθούν από ένα καλά τεκμηριωμένο επιχείρημα, μια έκθεση της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή, τους ελέγχους γεγονότων των «Νιου Γιορκ Τάιμς» ή μια ψηφοφορία στον ΟΗΕ; Ο προοδευτισμός, κάθε φορά που τολμά να βγει σε αυτό το πεδίο, γίνεται λίγο περισσότερο περίγελος, λίγο περισσότερο απαξιωμένος, και άρα αντιπαραγωγικός. Η παραίτηση των σοσιαλδημοκρατών που ισχυρίζονται ότι είναι αδύνατο να αλλάξει οτιδήποτε, ακόμα κι όταν κερδίζουν εκλογές, στρώνει τον δρόμο για την υπονόμευση από τις φασιστικές δυνάμεις, που δεν έχουν παρά να σκύψουν για να θερίσουν τη δικαιολογημένη οργή και τις χαμένες ψυχές των εξεγέρσεων. Μέχρι τώρα, από την Ουάσινγκτον ως τη Μπραζίλια, δεν είδαμε παρά μόνο παρωδίες φασιστικών εξεγέρσεων. Την επόμενη φορά, τα πράγματα μπορεί να είναι πολύ πιο σοβαρά.
Η παγκόσμια αναζωπύρωση του ξενοφοβικού εθνικισμού και οι συστηματικές επιθέσεις στα δικαιώματα των γυναικών και στη σεξουαλική και έμφυλη ανυποταξία είναι το αποτέλεσμα μιας καλά σχεδιασμένης παγκόσμιας επίθεσης: εκείνης μιας νεοφασιστικής διεθνούς. Τα ολοένα και πιο τεντωμένα, πιο μορφασμένα πρόσωπα της εξουσίας μπορεί να διαφέρουν στην όψη, ανήκουν όμως όλα στο ίδιο θηρίο. Γιατί πέρα από τις φαινομενικές τους συγκρούσεις και έχθρες, αυτές οι δυνάμεις μοιράζονται έναν κοινό στόχο: να διατηρήσουν την εξουσία των κέντρων, με κάθε κόστος. Για να το πετύχουν, καμία σφαγή δεν θα θεωρηθεί υπερβολικά ακριβή. Αντιθέτως, ο πόλεμος υπήρξε πάντα η κατεξοχήν μέθοδος για να κρατιέται η επανάσταση μακριά.

Η εποχή της εξάντλησης
Παντού, έχουμε βυθιστεί σε μια διαρκή κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Απ’ όλα όσα θα ευχόμασταν να καταστραφούν, αυτή η κατάσταση είναι η πιο ανθεκτική και πολύπλοκη. Έχει χαραχτεί ανεξίτηλα ακόμα και στους τρόπους οργάνωσης και στις μεθόδους αγώνα μας.
Υπάρχουν οι άμεσες έκτακτες ανάγκες που μας σπρώχνουν στη δράση, γιατί δεν αντέχεται πια να μένουν τα πράγματα όπως είναι. Να μην έχεις να φας, να κινδυνεύεις με θάνατο ή βιασμό σε κάθε γωνιά του δρόμου, να μην έχεις πού να στεγάσεις τον εαυτό σου και τα παιδιά σου για τη νύχτα, να ρισκάρεις την ταπείνωση σε κάθε νέα διοικητική διαδικασία, να τρως ξύλο σε κάθε έλεγχο ταυτότητας, να φοβάσαι ότι δεν θα φτάσει το νερό για τις καλλιέργειες, ότι η γη θα γίνει άμμος…
Η επισφάλεια της ζωής, μάς βυθίζει σε μια εξοντωτική καθημερινότητα, γεμάτη επιτακτικές ανάγκες που δεν προλαβαίνουμε καν να αρχίσουμε να λύνουμε, και να που ξεπροβάλλει κιόλας η επόμενη πιεστική κατάσταση. Αυτές οι έκτακτες ανάγκες, που μας ενώνουν στις βιωμένες πραγματικότητές μας και μονοπωλούν τον χρόνο και την ενέργειά μας, τις αντιμετωπίζουμε είτε μόνοι μας είτε μέσα στα δίκτυα των σχέσεων μας, που είναι κι αυτά εξαντλημένα. Αυτές οι καθημερινές πιέσεις μάς επιβάλλουν ρυθμούς μη βιώσιμους για να κρατήσουμε τους αγώνες ζωντανούς, για να προστατευτούμε ή για να μη συνθλιβούμε, απαιτώντας όλο και περισσότερη ενέργεια απλώς και μόνο για να υπάρχουμε.
Από την πλευρά των κυβερνήσεων, ως κυνική απάντηση στις έκτακτες ανάγκες που μόλις αναφέραμε, υπάρχουν εκείνες οι έκτακτες ανάγκες που, καθεμιά με τον τρόπο της, στοχεύουν να μας θυμίζουν πόσο αβοήθητοι είμαστε χωρίς την προστασία του κράτους: «οικονομική κρίση», «φυσικές» καταστροφές, «ξένοι πράκτορες», «εξωτερικές απειλές», «μεταναστευτική κρίση» και ούτω καθεξής. Την «Κατάσταση Έκτακτης Ανάγκης» τη χρησιμοποιούν όλα τα καθεστώτα, από τα πιο δημοκρατικά ως τα πιο δεσποτικά, ως μέτρο εξαίρεσης απέναντι στην κατάσταση της «ειρήνης».
Ο «νόμος έκτακτης ανάγκης» (Κανούν αλ-Ταουάρι) κυβερνούσε την καθημερινή ζωή των Σύριων για πάνω από σαράντα χρόνια μέχρι το ξέσπασμα της κοινωνικής επανάστασης. Θεσπισμένος επισήμως για να αντιμετωπίσει τη στρατιωτική απειλή του Ισραήλ, χρησιμοποιήθηκε πάντα για την καταστολή κάθε εσωτερικής διαφωνίας. Λίγους μήνες μετά την έναρξη της εξέγερσης, μετατράπηκε σε «Αντιτρομοκρατικό Νόμο», αλλά εξακολουθούσε να στοχεύει κάθε αντιπολίτευση. Στη Χιλή, η Κατάσταση Έκτακτης Ανάγκης επέτρεψε στον Πρόεδρο Πινιέρα να (ξανα)βγάλει τον στρατό στους δρόμους ενάντια στον εξεγερμένο λαό. Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, η χρήση της Κατάστασης Έκτακτης Ανάγκης, ως νομικής δικαιολόγησης της απουσίας κράτους δικαίου, έχει εξαπλωθεί παντού, υποτίθεται ως απάντηση σε τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά και σε ιούς, αστικές εξεγέρσεις και φυσικές καταστροφές.

Μια Κατάσταση Έκτακτης Ανάγκης σε κάθε κράτος
Αν η πολιτική είναι η συνέχιση του πολέμου με άλλα μέσα, τότε το να κυβερνάς και το να διεξάγεις πόλεμο είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Το έθνος-κράτος, με τον ιδιαίτερο τρόπο του να δομεί την εξουσία, τη διαχείριση των πληθυσμών και τον έλεγχο των εδαφών, κατέκτησε σχεδόν ολόκληρη την υφήλιο μέσα από πολέμους αποικιοκρατίας. Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο ασκείται η εξουσία και ελέγχονται οι πληθυσμοί δεν είναι ίδιος από κράτος σε κράτος, ούτε από περιοχή σε περιοχή του κόσμου.
Η λειτουργία του κρατικού μηχανισμού είναι διαφορετική για μια πρώην αποικιοκρατική δύναμη, καλά στεριωμένη πάνω στον πλούτο που απέσπασε από τον υπόλοιπο κόσμο, απ’ ό,τι για ένα πρόσφατα αποαποικιοποιημένο κράτος υπό την επιρροή ισχυρών δυνάμεων που επιδιώκουν να ελέγξουν τους πόρους του. Ο βαθμός βίας που ασκεί το κράτος πάνω στον δικό του πληθυσμό καθορίζεται από τα υλικά μέσα (αποικιακή πρόσοδος, πετρελαϊκή πρόσοδος, χρηματοπιστωτικά κέρδη κάθε λογής) που έχουν στη διάθεσή τους οι εθνικές ελίτ για να εξαγοράσουν την κοινωνική ειρήνη προτού καταφύγουν στην ωμή βία.
Ο σοσιαλισμός, το κράτος πρόνοιας και η σοσιαλδημοκρατία, όπου υπάρχουν, είναι απόπειρες να συνδεθεί με διαφορετικό τρόπο το ζήτημα του κράτους με εκείνο της λαϊκής κυριαρχίας. Πέρα από το μονοπώλιο της «νόμιμης βίας» και την υπεράσπιση της επικράτειας, στο κράτος ανατίθεται και η ευημερία των πολιτών, η αναδιανομή ενός μέρους του πλούτου και η παροχή υπηρεσιών στον πληθυσμό. Καθεμιά από αυτές τις απόπειρες, είτε ήταν καρπός επαναστατικών εξεγέρσεων είτε ρεφορμιστικών προσπαθειών, κατέληξε να διευρύνει τη λαϊκή στήριξη στη σταθερότητα του κράτους.
Αλλά ο καιρός των κοινωνικών ουτοπιών έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Σχεδόν κανείς δεν προσπαθεί πια να μας πουλήσει ένα ρόδινο μέλλον. Οι δυστοπίες έχουν αντικαταστήσει παντού τις ουτοπίες. Υπάρχει η συνωμοσιολογική απειλή της «Μεγάλης Αντικατάστασης» που πρεσβεύουν οι λευκοί ρατσιστές. Η κοινωνία του ελέγχου υποταγμένη σε αυταρχικές τεχνητές νοημοσύνες. Η επικείμενη κατάρρευση των συνθηκών ζωής πάνω στη Γη. Όταν τα παραδοσιακά κόμματα της αριστεράς επιχειρούν να μας ξαναμαγέψουν με ξεσκονισμένα πολιτικά προγράμματα και νέες υποσχέσεις αλλαγής, αυτό γίνεται πλέον μόνο λόγω της κυκλικής επιτακτικότητας να εμποδιστεί η ακροδεξιά να πάρει την εξουσία.
Ο «Πόλεμος κατά της Τρομοκρατίας» που εξαπέλυσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες εγκαινίασε τον εικοστό πρώτο αιώνα. Το πρόσχημα της διάχυτης, πανταχού παρούσας και πάντα επικείμενης απειλής της τρομοκρατίας δικαιολόγησε κάθε πόλεμο, κάθε μέτρο ελέγχου και κάθε μέτρο εξαίρεσης, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Ο «πόλεμος κατά των ναρκωτικών» του Μεξικού, η «αποναζιστικοποίηση της Ουκρανίας» της Ρωσίας, η «εξάλειψη της Χαμάς» του Ισραήλ, η «συντριβή της σιωνιστικο-ουαχαμπιτικής συνωμοσίας» της Συρίας, το «τσάκισμα της κουρδικής τρομοκρατίας» της Τουρκίας, το «τέλος του αυτονομισμού των Τουαρέγκ» του Μάλι, η «εξάρθρωση της τρομοκρατίας των Μαπούτσε» της Χιλής, και τόσα άλλα… Αυτοί είναι μερικοί μόνο από τους τρόπους με τους οποίους απειλές, άλλες πραγματικές, άλλες κατασκευασμένες, χρησιμοποιούνται για να εκτραπούν οι κοινωνικές εντάσεις προς τον αγώνα ενάντια σε έναν κοινό «εχθρό», τον ύστατο εγγυητή της εθνικής ενότητας. Μια εσωτερική διαμαρτυρία που δυναμώνει λίγο παραπάνω θα γλιστρήσει γρήγορα στην κατηγορία του «εσωτερικού εχθρού», αν δεν αρκεστεί στο πλαίσιο διαπραγμάτευσης που της παραχωρείται. Το κράτος παρουσιάζεται πάντα ως «πολιορκημένο κάστρο», υπό την απειλή εχθρικών δυνάμεων στο εσωτερικό ή στο κατώφλι του. Η ύπαρξη του νομιμοποιείται από το ίδιο το πράγμα που το απειλεί.
Η έκτακτη ανάγκη ορίζει τη σχέση μας με τον κόσμο και εγκαινιάζει ποικίλους βαθμούς αυταρχικών μεθόδων για την αντιμετώπιση των καταστροφών. Επικαλούμενη πότε από πολιτικές δυνάμεις, συνδικάτα και συλλογικότητες, πότε από κυβερνήσεις που ενίοτε την υιοθετούν, η έκτακτη ανάγκη έχει γίνει το καθολικό μοτίβο της πολιτικής. Ο μόνος τρόπος να κυβερνήσεις, ή να κάνεις ακτιβιστική δουλειά (όπου αυτή είναι δυνατή), είναι στο όνομα της έκτακτης ανάγκης. Αυτή η επιταγή συγκαλύπτει τη διαφορά, τη σύγκρουση και την ανισότητα: μας αφορά εξίσου όλους, όλοι είμαστε στην ίδια βάρκα, εξίσου θύματα, εξίσου υπεύθυνοι, εξίσου επιστρατεύσιμοι.
Να απαντάς σε μια «κοινωνική έκτακτη ανάγκη», να καλείς σε «κατάσταση οικολογικής επαγρύπνησης», να τρέχεις από τον έναν αγώνα στον άλλο, από μια μάχη ενάντια σε ένα περιβαλλοντικά καταστροφικό έργο στην κινητοποίηση ενάντια σε μια κρατική μεταρρύθμιση, από μια ανθρωπιστική κρίση σε μια αντιφασιστική καμπάνια. Καθένας από αυτούς τους αγώνες, όσο σημαντικός κι αν είναι, ρουφάει όλη τη διαθέσιμη ενέργειά μας, και χωρίς κάποια συνολική στρατηγική, τρέχουμε σαν κότες με κομμένο το κεφάλι.

Βρίσκοντας τον ορίζοντα
Η στρατιωτικοποίηση των πόλεων, τα αστραπιαία κλεισίματα των συνόρων, η εντατικοποίηση των αστυνομικών ελέγχων, η ηλεκτρονική επιτήρηση και οι περιορισμοί στις μετακινήσεις, οι κατ’ οίκον περιορισμοί και η διαχείριση της πανδημίας του κορονοϊού αποδεικνύουν ότι τα αυταρχικά μέτρα είναι απολύτως εφικτά σε μεγάλη κλίμακα και για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το μόνο που χρειάζεται για να επανενεργοποιηθούν όταν χρειαστεί είναι ένα καλοδουλεμένο επιχείρημα ή μια κρίση.
Εδώ και μερικά χρόνια, πράγματα που πριν δεν έμπαιναν στο φως των προβολέων γίνονται πρωτοσέλιδα στα εικοσιτετράωρα ειδησεογραφικά κανάλια: η αποψίλωση των ωκεανών, τα δάση της Αυστραλίας ή του Αμαζονίου στη μέγγενη της φωτιάς, τυφώνες και καταστροφικές πλημμύρες. Η αναντιστοιχία ανάμεσα στις θέσεις και τις πράξεις των κυβερνήσεων και στην αποδεδειγμένη σοβαρότητα της κατάστασης είναι ολοφάνερη σε όλους. Το «οικολογικό άγχος» έγινε η ασθένεια μιας εποχής για όσους έχουν το προνόμιο να μην έχουν πιο πιεστικούς λόγους ανησυχίας. Είναι άλλος ένας παράγοντας που τροφοδοτεί τη γενική παράλυση. Όταν ακούμε όλη μέρα για πολέμους, λιμούς, ανθρωπιστικές καταστροφές ή γιγάντιες πυρκαγιές, παθαίνουμε ναυτία. Είναι κατανοητό πως για να επιβιώσεις, πρέπει τελικά να αγνοήσεις αυτές τις πληροφορίες και να συνεχίσεις τη ζωή σου. Καθώς μας υπενθυμίζεται διαρκώς η δική μας αδυναμία απέναντι σε όσα συμβαίνουν, καταδικαζόμαστε για άλλη μια φορά να βασιστούμε σε ένα απίθανο άλμα πίστης προς τους ηγέτες του πλανήτη, ή τουλάχιστον να προσπαθήσουμε να τους πιέσουμε προς μια θετική κατεύθυνση.
Η πέρα για πέρα πραγματική οικολογική έκτακτη ανάγκη είναι αναμφίβολα μια ισχυρή κινητοποιητική δύναμη όταν προσδιορίζονται συγκεκριμένοι στόχοι και χαράσσονται στρατηγικές δράσης. Το κάλεσμα να απαντήσουμε στην κλιματική έκτακτη ανάγκη χρησιμοποιείται εν μέρει από ανθρώπους που αγωνίζονται να υπερασπιστούν τα εδάφη τους, από πολιτικές οργανώσεις και οικολογικά κινήματα, για να κερδίσουν προσοχή και να αυξήσουν τις δυνάμεις τους, για να νομιμοποιήσουν πιο ριζοσπαστικές μορφές κινητοποίησης και να δημιουργήσουν πρωτόγνωρες λαϊκές συγκλίσεις. Αλλά καθώς αυτές οι έκτακτες ανάγκες αναγνωρίζονται όλο και πιο πλατιά και απειλούν τα συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων, το μοχλό μπορεί κάλλιστα να τον πάρουν άλλα χέρια. Η οικολογία, για παράδειγμα, έχει ήδη διαποτίσει τον δεξιό και τον φιλελεύθερο πολιτικό λόγο, και πλησιάζει γρήγορα η στιγμή που ο λόγος περί οικολογικής κατάρρευσης θα δικαιολογήσει μια νέα αυταρχική στροφή σε στυλ Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα.
Η νεολαία στα πολιτικά και οικονομικά κέντρα μένει υπνωτισμένη μπροστά στην προοπτική του δικού της τραγικού μέλλοντος, ενώ οι άνθρωποι των περιθωρίων ονειρεύονται εφικτά μέλλοντα, με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο ενός αβάσταχτου παρόντος. Το αποτέλεσμα είναι μια διαρκώς ανανεωμένη αποσύνδεση ανάμεσα σε αυτές τις δύο αντίστοιχες καταστάσεις. Στον χρόνο που μας απομένει, από εμάς εξαρτάται να δώσουμε μια καινούργια απάντηση.
Πρέπει να εφεύρουμε ξανά τον δικό μας χρόνο. Πρέπει να ανοίξουμε χώρο για να σκεφτούμε μαζί και να τραβήξουμε το χειρόφρενο έκτακτης ανάγκης. Είτε ζούμε σε μια κοινωνία που ήδη καταρρέει κάτω από το βάρος του πολέμου, της φυσικής καταστροφής και της οικονομικής πτώσης, είτε ανήκουμε στην καρδιά ενός δυτικού φρουρίου, πνιγμένου και στοιχειωμένου από την προοπτική της επερχόμενης κατάρρευσής του, ο μόνος δρόμος μπροστά είναι να επεξεργαστούμε ένα κοινό σχέδιο, αποτελεσματικό σε καθεμιά από τις καταστάσεις μας. Και να ρωτήσουμε:
Ποια είναι η φύση αυτής της έκτακτης ανάγκης; Ποιους μοχλούς επιτρέπει; Ποια ενέργεια δίνει, ποια ενέργεια ρουφάει; Τι έχουμε να κερδίσουμε στην κούρσα για τον ορισμό της βαθύτερης αιτίας και της φύσης της έκτακτης ανάγκης; Ποια υπέρμετρα μέσα μπορεί μια μέρα να προσφέρει στους αντιπάλους μας να χρησιμοποιήσουν εναντίον μας;
Η «έκτακτη ανάγκη», ως εντολή για δράση, είναι ένας ελιγμός για να κερδηθούν οι άνθρωποι και να υποταχθούν σε μια ατζέντα, και δεν χωρά μεγάλη αμφιβολία για το ποιος θα έχει τα μέσα να κερδίσει στο τέλος. Όσον αφορά τα κοινωνικά κινήματα, η επείγουσα βιασύνη είναι πάντα το προοίμιο της διάσπασης και της εξάντλησης. Χρειάζεται να συγκεντρωθούμε, να μετρήσουμε τις κινήσεις μας και να χτυπήσουμε εκεί όπου το χτύπημα μπορεί να κάνει τη διαφορά. Όποιες κι αν είναι οι επιταγές, όποια κι αν είναι η πίεση που μοιάζει να μας παραλύει, το στοίχημα είναι να δράσουμε συγκεντρώνοντας την ενέργειά μας και αποφεύγοντας την εξάντληση. Το να οργανωθούμε απέναντι σε μια αντεπαναστατική επίθεση τέτοιας κλίμακας σημαίνει να ξαναβρούμε έναν ορίζοντα και να χτίσουμε μακροπρόθεσμα: να δημιουργήσουμε δεσμούς και να συγκεντρώσουμε δυνάμεις για να μην ηττηθούμε στις εξεγερτικές εκρήξεις που έρχονται.

Μετατρέποντας την εξορία σε θέση επίθεσης
Θανάσιμα μονοπάτια / Η άφιξη στη χώρα υποδοχής / Πολλαπλασιάζοντας τις κυκλοφορίες /
Κάθε απόπειρα επανάστασης, κάθε εξέγερση, αφήνει πίσω της μια νέα γενιά εξόριστων επαναστατών. Στο Κάιρο, στη Βαγδάτη, στο Σαντιάγο και αλλού, οι εξεγέρσεις άφησαν ανθρώπους ανίκανους να επιστρέψουν στην προηγούμενη ζωή τους, όχι μόνο εξαιτίας της υπαρξιακής ανατροπής που έζησαν, αλλά και εξαιτίας του κόστους του αγώνα. Το να χάνεις σε μια εξέγερση δεν μένει ποτέ χωρίς συνέπειες. Πέρα από την ήττα, οι εξεγερμένοι πληρώνουν το τίμημα με τραύμα, φυλακή, ακρωτηριασμό ή θάνατο. Άλλοι ζουν τον σπαραγμό του να αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τη γη τους και τους αγαπημένους τους. Η δεκαετία των εξεγέρσεών μας, έριξε στην εξορία μια ολόκληρη γενιά ανθρώπων από την Συρία, το Σουδάν, το Ιράν, την Αϊτή και το Χονγκ Κονγκ, που ήρθαν να προστεθούν στους Κούρδους, τους Παλαιστίνιους και τους Ταμίλ των προηγούμενων γενεών.
Η εξορία δεν είναι μόνο αποτέλεσμα της πολιτικής καταστολής. Εξόριστος είναι και ο άνθρωπος που αναγκάζεται να εγκαταλείψει την πατρίδα του για να επιβιώσει, επειδή το σπίτι έγινε υπερβολικά επικίνδυνο, η ζωή αβάσταχτα ακριβή και η γη λιγότερο θρεπτική. Το να θέλεις ένα μέλλον για τα παιδιά σου, το να χρειάζεται να ζήσεις τις πεποιθήσεις σου ή τη σεξουαλικότητά σου αλλού, όλα αυτά είναι αιτίες εξορίας. Για τους ανθρώπους των περιθωρίων, ειδικά στον Παγκόσμιο Νότο, αμέτρητες απειλές κάνουν την παραμονή στον τόπο τους υπερβολικά μεγάλο ρίσκο. Κι όμως, η «μεταναστευτική κρίση» μόλις άρχισε. Η υπερθέρμανση του πλανήτη θα οδηγήσει σε μαζικούς εκτοπισμούς τις επόμενες δεκαετίες, καθώς οι πόροι θα γίνονται όλο και πιο σπάνιοι και μεγάλα κομμάτια της υφηλίου θα γίνονται ακατοίκητα. Παραδόξως, ο πολλαπλασιασμός των εμποδίων, των συνόρων και των ταξινομήσεων κατά την άφιξη, ενισχύει περισσότερο την επιθυμία της φυγής, αντί να την αποθαρρύνει.
Απέναντι στην κυριαρχία, στην εκμετάλλευση και στην ταπείνωση, έχουμε τρεις επιλογές: να επιβιώσουμε, να φύγουμε ή να εξεγερθούμε. Είτε στη Σενεγάλη, είτε στην Αϊτή, είτε στον Λίβανο, η λαϊκή οργή πολλαπλασιάζεται με τον ίδιο ρυθμό που πολλαπλασιάζονται οι αναχωρήσεις. Οι διαχωρισμοί ανάμεσα σε «οικονομικούς» μετανάστες, «πολιτικούς» εξόριστους και, σε λίγο, «κλιματικούς» πρόσφυγες έχουν νόημα μόνο για τις κυβερνήσεις.
Η εξέγερση και η εξορία είναι διαφορετικές απαντήσεις σε προβλήματα με την ίδια ρίζα: την εκθετική επιδείνωση των συνθηκών ζωής και τον πολλαπλασιασμό των κατασταλτικών καθεστώτων. Από τις αρχές αυτού του αιώνα, άνθρωποι σε όλο τον κόσμο ξεσηκώνονται ενάντια στους υπεύθυνους της υλικής και συναισθηματικής τους εξαθλίωσης. Οι παγκόσμιες και οι τοπικές ελίτ, αυταρχικές ή φιλελεύθερες, έχουν εμμονή με τη διατήρηση της εξουσίας και του πλούτου τους, που αποκτήθηκαν πάντα μέσα από την ατελείωτη εκμετάλλευση των πόρων και των σωμάτων όσων ζουν στα περιθώρια των κοινωνιών. Είναι λοιπόν πραγματικά άξιο απορίας που αυτοί οι πληθυσμοί προσπαθούν να φτάσουν στα κέντρα, για να πάρουν πίσω ό,τι λεηλατήθηκε;

Θανάσιμα μονοπάτια
Όταν αποφασίζουμε, ή αναγκαζόμαστε, να εγκαταλείψουμε τις πατρίδες μας, ένας νέος αγώνας αρχίζει. Οι δρόμοι της εξορίας γίνονται μέρα με τη μέρα πιο εχθρικοί. Τα θαλάσσια νεκροταφεία της Μεσογείου ή της Μάγχης, οι δρόμοι του θανάτου που ενώνουν τη Λατινική Αμερική με τις Ηνωμένες Πολιτείες, η αδυσώπητη έρημος της Σαχάρας που τόσοι Αφρικανοί μετανάστες διασχίζουν για να ρισκάρουν στο τέλος τη σκλαβιά στη Λιβύη. Η εξορία είναι θανάσιμη, και όπως οι εξεγέρσεις, συνιστά πράξη άρνησης. Εξεγείρεσαι ή φεύγεις, και καμιά φορά εξεγείρεσαι και μετά φεύγεις, επειδή δεν μπορείς ή δεν θέλεις να ανεχτείς αυτά που σου κάνουν. Φεύγουμε γιατί, παρά τους κινδύνους, καμιά φορά η φυγή είναι η ασφαλέστερη επιλογή.
Οι κυβερνήσεις εξακολουθούν να κάνουν ό,τι μπορούν για να εμποδίσουν την «ανεπιθύμητη» μετανάστευση: ενισχύουν τις κατασταλτικές και στρατιωτικές εξουσίες, πολλαπλασιάζουν τους περιορισμούς στην ελευθερία της μετακίνησης, χτίζουν τείχη και αδιαπέραστα σύνορα, ποινικοποιούν την αλληλεγγύη στους ανθρώπους που βρίσκονται καθ’ οδόν. Η Ευρώπη-φρούριο ίδρυσε μια εξειδικευμένη υπηρεσία, τη Frontex, για να κρατάει όσους από εμάς διασχίσαμε τη θάλασσα έξω από τα ύδατα της Σένγκεν. Τα κράτη σπεύδουν να συνεργαστούν σε αυτά τα ζητήματα. Μέσα από προσοδοφόρες συμφωνίες, η Ευρώπη και οι Ηνωμένες Πολιτείες προσπαθούν να αναθέσουν εργολαβικά τους συνοριακούς ελέγχους στην Τουρκία, σε αφρικανικές χώρες ή στο Μεξικό, ώστε οι εκεί κυβερνήσεις να φαίνεται ότι «κλείνουν τη στρόφιγγα» της μετανάστευσης.
Εκατό εκατομμύρια ευρώ υποσχέθηκε η Ευρωπαϊκή Ένωση στην Τυνησία, μια χώρα σε κατάσταση οικονομικής κατάρρευσης, για να «αποτρέψει την παράνομη μετανάστευση». Πρώτα αποτελέσματα: μαύροι άνθρωποι εκδιωγμένοι βίαια από το τυνησιακό έδαφος, να περιπλανιούνται και να πεθαίνουν σε μια νεκρή ζώνη καταμεσής της ερήμου. Ο Πρόεδρος Καΐς Σάγεντ δανείστηκε μάλιστα τη θεωρία της «Μεγάλης Αντικατάστασης» από την ευρωπαϊκή ακροδεξιά. Αυτή η θεωρία συνωμοσίας υποστηρίζει ότι ο λευκός, «γηγενής» ευρωπαϊκός πολιτισμός αντικαθίσταται δημογραφικά και πολιτισμικά από τη μαζική άφιξη μη λευκών μεταναστών, ιδίως μουσουλμάνων. Η εκδοχή του Σάγεντ στρέφει αυτόν τον μύθο ενάντια στους μαύρους μετανάστες, που κατηγορούνται ότι αλλάζουν τη δημογραφική και πολιτισμική σύνθεση της Τυνησίας. Με τη διαρκή επανάληψη, αυτός ο λόγος ρίζωσε σε μια κοινωνία με τη δική της ιστορία ρατσισμού. Είδαμε όχλους να επιτίθενται σε μαύρους ανθρώπους και να απαιτούν την απέλασή τους.
Στο Σουδάν, η Ευρωπαϊκή Ένωση χρηματοδότησε απευθείας τις Δυνάμεις Ταχείας Υποστήριξης του στρατηγού Χεμεντί, τους Τζαντζαουίντ, για να «περιορίσουν τη μετανάστευση». Αυτή η παραστρατιωτική δύναμη, που συμμετείχε στην καταστολή της επανάστασης και στη συνέχεια μπήκε σε πόλεμο με τις Σουδανικές Ένοπλες Δυνάμεις, είχε προηγουμένως διεξαγάγει επιχειρήσεις εθνοκάθαρσης στο Νταρφούρ χάρη σε αυτή τη χρηματοδότηση. Από το 2018, η καταστολή και ο πόλεμος έχουν εκτοπίσει πάνω από 10 εκατομμύρια ανθρώπους εντός και εκτός της χώρας.
Για να διατηρήσουν ένα προσωπείο συνέπειας με τις ανθρωπιστικές αρχές τους, οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες εξωτερικεύουν, δηλαδή καθιστούν αόρατο, ένα μέρος της βίας που είναι διατεθειμένες να εξαπολύσουν εναντίον μας. Η βία ασκείται στο εσωτερικό χωρίς φραγμούς, στα αστικά γκέτο, στις παρυφές των μητροπόλεων. Και χρηματοδοτείται στο εξωτερικό με τη μορφή αιματηρής καταστολής. Η βρετανική κυβέρνηση επιχείρησε να καθιερώσει μια πολιτική απέλασης αιτούντων άσυλο στη Ρουάντα, για να «αποθαρρύνει τη μη εξουσιοδοτημένη μετανάστευση» δημιουργώντας ένα «εχθρικό περιβάλλον» σε βρετανικό έδαφος. Η Ευρώπη δεν θα μπορούσε να είναι «διαφωτισμένη» χωρίς να είναι αποικιοκρατική.
Απέναντι σε αυτή τη θεσμοθετημένη ξενοφοβική επίθεση, πρέπει να κλιμακώσουμε τις δράσεις μας στα σύνορα για να προσφέρουμε ασφαλές πέρασμα. Στην Ευρώπη, έχει στηθεί ένα αυτόνομο σύστημα θαλάσσιου συντονισμού για την οργάνωση της αλληλεγγύης στη Μεσόγειο: σκάφη διάσωσης στη θάλασσα, τηλεφωνικές γραμμές βοήθειας, διαπραγματεύσεις με τις αρχές και δημόσιες κινητοποιήσεις… Όπου τέτοια δίκτυα υπάρχουν, χρειάζεται να αυξήσουμε τις δυνατότητές τους. Όπου δεν υπάρχουν, χρειάζεται να τα στήσουμε. Μία από τις κύριες προκλήσεις μας είναι να πάψουν οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες να πεθαίνουν στον δρόμο της εξορίας, παρέχοντας αποτελεσματική υλικοτεχνική υποστήριξη κατά μήκος των μεγάλων διαδρομών. Αποτίνουμε φόρο τιμής σε όλους, όλες και όλ@ που πέθαναν στον δρόμο, ξεφεύγοντας από τις διώξεις ή απλώς αναζητώντας μια αξιοπρεπή ζωή.
Αλλά η αλληλεγγύη προς τους εξόριστους δεν αρκεί. Η ελευθερία της μετακίνησης δεν περιορίζεται στο ασφαλές πέρασμα ή στη «νομιμοποίηση» της μετανάστευσης. Η ελευθερία της μετακίνησης δεν έχει νόημα αν δεν συνεπάγεται και τη δυνατότητα να μείνεις στον τόπο σου ή να επιστρέψεις. Εξ ου και η ανάγκη να παλέψουμε για μια αξιοπρεπή ζωή παντού, αντί να αφήνουμε ορισμένα κράτη να ισχυρίζονται ότι ενσαρκώνουν την καλή ζωή, ενώ καταστρέφουν τις συνθήκες που την κάνουν δυνατή αλλού.

Η άφιξη στη χώρα υποδοχής
Το μαρτύριο δεν σταματά στο τέλος του δρόμου. Μόλις φτάσουμε στη «χώρα υποδοχής», βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την ανάγκη να γίνουμε «νόμιμοι». Μια σειρά γραφειοκρατικών διαδικασιών αναλαμβάνει να κρίνει αν ένας άνθρωπος είχε αρκετούς λόγους να φύγει από τη χώρα καταγωγής του, αρκετά χρήματα, ή ένα ορισμένο επίπεδο μόρφωσης ή «ταλέντου», ώστε να του επιτραπεί να μείνει στην νέα επικράτεια. Έπειτα αρχίζει μια μακρά διαδικασία ταξινόμησης και ανάκρισης, ένα διοικητικό καθαρτήριο ποτισμένο με καθημερινή ταπείνωση. Κάποιοι τελικά περνούν τη δοκιμασία, άλλοι απορρίπτονται και απελαύνονται ως «παράνομοι». Στη διοικητική μάχη προστίθεται το υλικό ζήτημα: ξανά ένας αγώνας για αξιοπρεπείς συνθήκες ζωής, η ανάγκη να βρεις μια στέγη πάνω από το κεφάλι σου και μια πηγή εισοδήματος, ενώ μαθαίνεις μια νέα γλώσσα, νέους πολιτισμικούς κώδικες και νέους τρόπους να κάνεις τα πράγματα.
Όσοι φεύγουν λόγω πολιτικών διώξεων δεν θα βρουν απαραίτητα ασφάλεια στην εξορία. Αν δεν ποινικοποιηθούν ξανά για την πολιτική τους δράση, όπως οι Κούρδοι ή οι Ουιγούροι ακτιβιστές στην Τουρκία, μπορεί να απειληθούν στο εξωτερικό, ή ακόμα και να δολοφονηθούν, όπως ο Ρουχολάχ Ζαμ, Ιρανός ακτιβιστής εξόριστος στη Γαλλία, που απήχθη στο Ιράκ και στη συνέχεια εκτελέστηκε στο Ιράν. Οι κινεζικές αρχές έστησαν μάλιστα παράνομα αστυνομικά τμήματα στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες για να ασκούν τον έλεγχό τους στους Κινέζους του εξωτερικού. Στη Βρετανία, ο ακτιβισμός ενάντια στο Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα στα πανεπιστήμια φιμώνεται με την απειλή μείωσης των επενδύσεων σε ιδρύματα που διοικούνται σαν επιχειρήσεις.
Πέρα από την κρατική και την αστυνομική καταστολή, πολλοί από εμάς αντιμετωπίζουμε έναν ολοένα και πιο εχθρικό ντόπιο πληθυσμό στους τόπους της εξορίας μας. Οι εκλογές παντού διεξάγονται με φόντο μια ξενοφοβική μιντιακή κάλυψη, όπου ο ρατσισμός και η ισλαμοφοβία φιγουράρουν με αυξανόμενη προβολή. Οι «μετριοπαθείς» δυνάμεις αρχίζουν να μιλούν την ίδια γλώσσα της αντιδραστικής πολιτικής, ελπίζοντας να μη χάσουν έδαφος. Η απεικόνιση των ξένων ως απειλή, ως μιας από τις κύριες αιτίες της επιδείνωσης των συνθηκών ζωής, έχει σκοπό να ελέγξει και να διοχετεύσει προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις την οργή και την αγωνία των πολιτών. Ο ορισμός αποδιοπομπαίων τράγων είναι μια πολύ βολική στρατηγική για τους έχοντες την εξουσία. Δικαιολογεί τις αυξανόμενες ανισότητες, φουσκώνοντας τα κέρδη των πλουσιότερων και απαλλάσσοντάς τους ταυτόχρονα από την ευθύνη για τη φτωχοποίηση όλων των υπολοίπων. Σημείο των καιρών: στα μέσα του καλοκαιριού του 2024, συντονισμένες ρατσιστικές ταραχές λευκών συντάραξαν κωμοπόλεις και πόλεις σε όλη την Αγγλία. Οι ταραξίες στοχοποίησαν μη λευκούς ανθρώπους, μουσουλμανικούς χώρους λατρείας και ξενοδοχεία που στέγαζαν αιτούντες άσυλο, όταν μια είδηση αξιοποιήθηκε με επιτυχία από ακροδεξιά δίκτυα. Μόνο οι φτωχοί μετανάστες ονομάζονται «αλλοδαποί».
Η ξενοφοβία μπορεί να είναι ακόμα πιο ύπουλη. Οι φυλετικές διακρίσεις δεν είναι απλώς ένα ελάττωμα των κρατικών θεσμών, αγγίζουν τους πάντες. Μπορεί στην εξορία να εισπράττουμε συμπόνια ή συμπάθεια, αλλά κατά κανόνα μας αρνούνται έναν πολιτικό ρόλο, όπως μας τον αρνούνταν και στη χώρα που αναγκαστήκαμε να αφήσουμε. Δεν λείπουν στη Δύση οι περίεργοι που βρίσκουν την κουλτούρα μας, τη μουσική μας, το φαγητό μας, τη γλώσσα μας «απολαυστικά» και «απολύτως συναρπαστικά», αλλά που αδιαφορούν πλήρως για τις απόψεις μας σχετικά με το πώς λειτουργεί ο κόσμος. Ο εξόριστος είναι μια ανθρωπιστική περίπτωση, μια φιγούρα χωρίς πολιτική ταυτότητα που ξυπνά τη φιλανθρωπία και την ήσυχη συνείδηση των αριστερών πολιτών, και ένα φολκλορικό αντικείμενο πάνω στο οποίο προβάλλονται φαντασιώσεις του μακρινού εξωτικού αλλού. Η «πολυπολιτισμικότητα», που υμνήθηκε στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, είναι το παυσίπονο για την καταστροφή των πολιτισμών και των κόσμων.
Οι αντιρατσιστικοί κύκλοι και τα κινήματα αλληλεγγύης στους εξόριστους δεν εξαιρούνται από αυτά τα φαινόμενα. Οι αναλύσεις μας και η συμμετοχή μας στα κινήματα των χωρών καταγωγής μας, προκαλούν ελάχιστο ενδιαφέρον. Ως επί το πλείστον παραμένουμε απ’ έξω. Η επίμονη άγνοια ορισμένων «συντρόφων» που συναντάμε στην εξορία για τις καταστάσεις αγώνα έξω από τα εθνικά και ψυχικά τους σύνορα είναι μια μορφή πατερναλισμού που μας υποβιβάζει στον ρόλο του θύματος: η «οικονομική κρίση» στη Σρι Λάνκα, ο «εμφύλιος πόλεμος» στη Συρία ή στο Σουδάν, οι Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν. Αυτή η άρνηση της υποκειμενικότητας και της αυτενέργειάς μας, σε συνδυασμό με τις δύσκολες υλικές συνθήκες, είναι μείζον εμπόδιο για αληθινές πολιτικές φιλίες. Δημιουργεί έναν σωρό χαμένες ευκαιρίες που παρατείνει το μαρτύριο των επαναστατών στην εξορία και στερεί από τις τοπικές κοινότητες τα διδάγματα, την εμπειρία και την τεχνογνωσία που μόνο να δυναμώσουν θα μπορούσαν τον τοπικό μαχητικό ακτιβισμό.
Στην Ελλάδα, παρά την οικονομική κρίση, το ξέσπασμα αλληλεγγύης προς τους πρόσφυγες οδήγησε σε μια γενική κινητοποίηση αναρχικών και επαναστατών. Άνοιξαν καταλήψεις στις πόλεις, θεμελιωμένες στις αρχές της αλληλοβοήθειας, για να προσφέρουν ασφαλείς χώρους ζωής. Πρόσφεραν καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και μεγαλύτερη αυτονομία από τα κυβερνητικά στρατόπεδα. Στήθηκαν συλλογικές κουζίνες και δόθηκε πρακτική υποστήριξη για την κάλυψη βασικών αναγκών (ρουχισμός, μαθήματα γλώσσας, πρόσβαση σε ευκαιρίες εργασίας), καθώς και πρόσβαση σε σωματική, ψυχική και αναπαραγωγική φροντίδα υγείας. Εξόριστοι και αλληλέγγυοι δούλεψαν μαζί για την αυτοάμυνα απέναντι στις επιθέσεις των φασιστών και του κράτους. Μέσα σε λίγα χρόνια όμως, εμφανίστηκε η εξάντληση, μαζί με την έλλειψη ορίζοντα και, ενίοτε, κοινών στόχων, και εξαιτίας των κατασταλτικών και επενδυτικών πολιτικών εξευγενισμού ορισμένων γειτονιών, το κίνημα έχασε την ορμή του.
Το πρώτο μας καθήκον είναι να δημιουργήσουμε και να συνδέσουμε τόπους καταφυγής που να εξασφαλίζουν το ανθρωπιστικό ελάχιστο. Χρειάζεται επίσης να στεριώσουμε δομές διαρκείας, ικανές να γεννούν νέα ενέργεια, να γιατρεύουν το τραύμα, να μειώνουν τη μοναξιά και να εξασφαλίζουν την επιβίωση. Για να τα κάνουμε όλα αυτά, πρέπει πρώτα να συναντηθούμε.

Πολλαπλασιάζοντας τις κυκλοφορίες
Ο διεθνισμός, όπως και η επαναστατική θεωρία, υπήρξε πάντα στενά δεμένος με την εξορία και τις διαφορετικές μορφές διασποράς πληθυσμών. Στο πέρασμα της ιστορίας, πολλοί επαναστάτες χρειάστηκε, σε κάποια στιγμή της ζωής τους, να εγκαταλείψουν τη χώρα καταγωγής τους. Απελάθηκαν, αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν, εξορίστηκαν, θέλησαν να ενταχθούν σε ένα αντάρτικο κίνημα. Συνάντησαν νέες πραγματικότητες, εξοικειώθηκαν με διαφορετικά συμφραζόμενα και μοιράστηκαν αναλύσεις για τα γεγονότα που συντάραζαν τις χώρες που άφησαν πίσω τους. Κάθε άλλο παρά σύμπτωση, η διεθνική κινητικότητα αυτών των μορφών υπήρξε θεμελιώδης για να τραφεί η πρακτική και να διαδοθεί η σκέψη.
Ο διεθνισμός είναι ένα ταξίδι, όχι μόνο ανθρώπων, αλλά και ιδεών και πρακτικών. Η σκέψη πάνω στην εξορία είναι μια απάντηση στην πρόκληση της συγκρότησης κοινών αντιλήψεων παρά την ποικιλία των τοπικών συμφραζόμενων και τις ιδιαίτερες δυσκολίες που ενυπάρχουν στις διαφορετικές καταστάσεις. Η εξορία μπορεί να βιωθεί ως προέκταση της εξέγερσης, ως γέφυρα που τη συνδέει με τον υπόλοιπο κόσμο. Αυτό θα μπορούσε να αποδειχθεί ένας τρόπος να αναπληρωθεί η βαθιά έλλειψη κατανόησης που αντιμετώπισαν πολλές από τις σημερινές εξεγέρσεις, εξαιτίας της απουσίας σχέσεων ανάμεσα σε επαναστάτες από διαφορετικά μέρη του κόσμου.
Παρά τον καθημερινό αγώνα για χαρτιά και αξιοπρεπείς συνθήκες ζωής, παρά την προτεραιότητα που λογικά δίνουμε στην αλληλεγγύη προς τον αγώνα στις πατρίδες μας, χρειάζεται να συνδεθούμε με τις τοπικές και μεταναστευτικές απελευθερωτικές δυνάμεις όπου κι αν φτάνουμε. Στο Βερολίνο, μια ολόκληρη γενιά εξόριστων και συμμάχων τους, οργανώνει κοινές διαδηλώσεις για την απελευθέρωση της Παλαιστίνης, της Συρίας, της Ουκρανίας, του Ιράν και του Σουδάν. Μέσα από αυτό το ενιαίο μέτωπο μεταξύ ξένων, οι εξόριστοι νιώθουν δυνατοί, όχι πια απομονωμένοι, ο καθένας και η καθεμιά στον δικό του «μειονοτικό» και «περιθωριακό» αγώνα.
Η συμμετοχή (ή η ανάληψη πρωτοβουλίας) σε τοπικές κινητοποιήσεις ως εξόριστοι, και η σφυρηλάτηση συμμαχιών με τις δυνάμεις που δρουν εκεί, μπορεί κάλλιστα να αποδειχθεί ο καλύτερος τρόπος να ξαναπεράσουμε στην επίθεση με νέους μοχλούς, περισσότερους συμμάχους και νέους ορίζοντες. Οι δεσμοί ανάμεσα σε επαναστάτες από διαφορετικές γεωγραφίες, που σφυρηλατούνται ευκολότερα στην εξορία, βοηθούν να αυξηθεί η υλική και πολιτική υποστήριξη προς τους συντρόφους και τους αγαπημένους μας που βρίσκονται ακόμα στις πρώτες γραμμές ή κάτω από τις βόμβες.
Το χτίσιμο μιας δύναμης ικανής να συντονίζει και να στηρίζει τις επαναστατικές προσπάθειες όπου κι αν ξεσπούν θα περάσει μέσα από τον αγώνα για την ένωση μιας γενιά ηττημένων και εξόριστων, σκορπισμένων σε όλη την υφήλιο. Πρέπει να απαντήσουμε στην ήττα, στην εξάντληση και στην απογύμνωση, υλικά και συναισθηματικά. Αλλά πρέπει επίσης να προσφέρουμε ένα ισχυρότερο φάρμακο: την προετοιμασία μιας απάντησης.

Διεθνισμός από τα κάτω
Το πρόβλημα της «αλληλεγγύης» / Αλληλοβοήθεια / Απλώνοντας τη μίνγκα σε όλο τον κόσμο / Κάτω η ρεαλπολιτίκ, ζήτω η επαναστατική τρυφερότητα /
Παρόλο που έγιναν τα πάντα για να υποτιμηθεί η δύναμη των εξεγερμένων λαών, ο αντίκτυπός της αποδείχθηκε μεταδοτικός. Καμιά προσπάθεια να διαταραχθεί η επικοινωνία ανάμεσα στους διαφορετικούς αγώνες δεν πέτυχε, καμιά προσπάθεια να θολώσει το νόημά τους. Η ελπίδα, το θάρρος και η εξέγερση διέσχισαν σώματα, εδάφη και όλα τα σύνορα. Ο θάνατος ενός Τυνήσιου πλανόδιου πωλητή τον Δεκέμβριο του 2010 πυροδότησε ένα από τα μεγαλύτερα επαναστατικά κύματα της ιστορίας. Όταν οι Λιβανέζοι φώναζαν Κίλον γιάνι Κίλον² – Όλοι τους σημαίνει όλοι τους (Αραβικά, Λίβανος), έκαναν μια όψιμη αναφορά σε ένα αργεντίνικο σύνθημα των αρχών του αιώνα, το Que Se Vayan Todos³- Να φύγουν όλοι (Ισπανικά, Αργεντινή), αλλά και στο Dégage⁴ – Ξεκουμπίσου (Γαλλικά, Τυνησία) που φώναζαν οι Τυνήσιοι. Οι φεμινίστριες όλου του κόσμου φώναζαν Τζιν, Τζιγιάν, Αζαντί⁵- Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία στα Κουρδικά. Διαδηλωτές στις Βρυξέλλες και στη Λωζάνη βγήκαν στους δρόμους μετά τη δολοφονία του Ναέλ από τη γαλλική αστυνομία. Οι πρώτες γραμμές αγωνιστών στην Κολομβία δανείστηκαν τις ασπίδες και τα συνθήματά τους από τις πρώτες γραμμές της Χιλής. Αμφισβητώντας τον αντικατοπτρισμό των εθνών-κρατών, οι εξεγερμένοι του εικοστού πρώτου αιώνα κατάλαβαν ότι πολεμούν έναν κοινό εχθρό. Ίδιοι μπάτσοι απέναντι, ίδιες τράπεζες παντού, ίδια καθάρματα στην κορυφή.
Το αίσθημα όμως δεν αρκεί. Δεν φτιάχνει μέτωπο. Οι εξεγερμένοι Αιγύπτιοι δεν κατάφεραν να στείλουν φάλαγγες «ούλτρας» για να στηρίξουν την εξέγερση στη Λιβύη. Οι κομμουναλιστές όλου του κόσμου δεν κατάφεραν να στηρίξουν τα τοπικά συμβούλια στη Συρία. Οι Ζαπατίστας δεν είχαν τα μέσα να στείλουν έμπειρα στελέχη στις πρώτες γραμμές της Χιλής και της Κολομβίας. Μόνοι οι ανώνυμοι χάκερ μπάλωναν τα κενά, χτυπώντας ψηφιακά οχυρά σε όλο τον κόσμο προς στήριξη των εξεγερμένων.
Η απουσία υποστήριξης από επαναστατικές δυνάμεις οδήγησε τους Σύριους εξεγερμένους να δεχτούν όπλα και χρηματοδότηση από τη Σαουδική Αραβία και την Τουρκία. Η παλαιστινιακή αντίσταση αναγκάζεται να παίρνει χρήματα από το Ιράν και το Κατάρ. Οι Κούρδοι του PYD εξαρτώνται από το συριακό καθεστώς και αναζήτησαν βοήθεια τόσο από τον Ρώσο σύμμαχό του όσο και από τις Ηνωμένες Πολιτείες για να επιβιώσουν. Οι εξεγέρσεις στη Δυτική Αφρική βασίζονται στη στήριξη της Ρωσίας και της Κίνας για να διώξουν τη Γαλλία. Η λαϊκή αντίσταση στην Ουκρανία αναγκάστηκε να εναποθέσει την επιβίωσή της στα χέρια της Δύσης.
Η εξάρτηση από τις υπερδυνάμεις είναι ζήτημα επιβίωσης για πολλούς επαναστάτες, πώς λοιπόν να τους καταδικάσουμε; Είναι παράλογο να περιμένουμε από τους ανθρώπους να συνεχίσουν να ζουν κάτω από την καταστολή, να συνθηκολογήσουν ή να περιμένουν παθητικά καθώς πέφτουν οι βόμβες. Η έλλειψη διεθνούς υποστήριξης καταδικάζει τους επαναστάτες στην απομόνωση ή στην υφαρπαγή των λαϊκών αιτημάτων από ξένες δυνάμεις που νοιάζονται περισσότερο για τα δικά τους συμφέροντα παρά για εκείνους που ισχυρίζονται ότι βοηθούν. Οι Σύριοι επαναστάτες, εγκαταλελειμμένοι από όλο τον κόσμο, ρωτούσαν: «Οι κυβερνήσεις μάς πρόδωσαν. Πού είναι οι λαοί;»

Το πρόβλημα της «αλληλεγγύης»
Στο Ιράκ, αφού η αμερικανική εισβολή κατέστρεψε τις τοπικές τράπεζες σπόρων, οι διεθνείς οργανισμοί πλημμύρισαν τη χώρα με γενετικά τροποποιημένους σπόρους που μοιράζονταν δωρεάν στους αγρότες. Για να τους χρησιμοποιήσουν, οι αγρότες έπρεπε να αγοράζουν λιπάσματα και χημικά φυτοφάρμακα από ξένες εταιρείες, με αποτέλεσμα πολλοί να χρεωθούν και να αναγκαστούν να εγκαταλείψουν τη γη τους. Έτσι η ανθρωπιστική βοήθεια παράτεινε την αποικιακή κυριαρχία και οδήγησε ένα από τα λίκνα της γεωργίας στην καταστροφή.
Τις τελευταίες δεκαετίες, η «διεθνής βοήθεια» ήρθε να αντικαταστήσει τον διεθνισμό, που κρίθηκε υπερβολικά στρατευμένος και θυσιάστηκε στον βωμό της «ανάπτυξης». Αυτή η προσέγγιση έχει από καιρό δεχθεί κριτική για την ιεραρχική εξάρτηση που δημιουργεί στις χώρες του Νότου από τις ΜΚΟ του Βορρά. Η ανθρωπιστική βοήθεια μπορεί να σώζει ζωές, σπάνια όμως αγγίζει τις ρίζες του κακού. Τα τσιρότα δεν σταματούν την αιμορραγία. Ακόμα κι εκεί όπου η διεθνής βοήθεια αυτοαποκαλείται «αλληλεγγύη» και επιχειρεί να δώσει συγκεκριμένες λύσεις, τα αποτελέσματα είναι συχνά διεστραμμένα.
Στην Παλαιστίνη, η μαζική άφιξη ΜΚΟ, ιδρυμάτων και άλλων διεθνών οργανισμών ακολούθησε τη Συμφωνία του Όσλο. Η λαϊκή αυτοοργάνωση που είχε γεννηθεί μέσα από τις ιντιφάντες διαλύθηκε μέσα στην «κοινωνία των πολιτών», όπου οι προσπάθειες αντίστασης τυποποιήθηκαν, ενθαρρύνθηκαν να γίνουν «πρότζεκτ» με λογότυπα, διακηρύξεις προθέσεων και προϋπολογισμούς. Όταν η χρηματοδότηση εξαρτάται από «απολίτικες» δράσεις, οι πρωτοβουλίες της βάσης παραμορφώνονται και η λαϊκή αντίσταση αποδυναμώνεται. Σε κάθε περίπτωση, οι ισραηλινές αρχές κατοχής ασκούν απόλυτο έλεγχο σε κάθε μορφή συλλογικότητας πολιτών στη Δυτική Όχθη και στην Ιερουσαλήμ. Δεν είναι λοιπόν καθόλου παράξενο που η Χαμάς, μια αντιδραστική οργάνωση, συγκεντρώνει όλες τις ελπίδες της εθνικής απελευθέρωσης. Αυτές οι κατά βάση εκ των άνω μορφές αλληλεγγύης εξαρτούν τη βοήθεια που προσφέρουν από κανόνες και χρονοδιαγράμματα αποκομμένα από τους τοπικούς αγώνες, όπως αποκομμένες είναι και οι υποταγές, οι κώδικες, η γλώσσα και η γραφειοκρατία που απαιτούν.
Για να κερδίσει εξωτερική υποστήριξη, ένας σκοπός πρέπει να γίνει αποδεκτός, ακόμα και ελκυστικός. Η εξάρτηση από εξωτερικούς χρηματοδότες υποτάσσει έναν σκοπό στην υποστήριξη που είναι πιθανό να λάβει. Ένας τέτοιος σκοπός πλάθεται συχνά έτσι ώστε να αποφέρει τη μεγαλύτερη δυνατή απόδοση και να εγγυηθεί την ανταγωνιστικότητά του στην αγορά της αλληλεγγύης. Μια τέτοια αλληλεγγύη αλλοιώνει το πνεύμα ενός αγώνα και υποτάσσει τα περιθώρια στα κέντρα, είτε αυτά είναι δυτικά, ρωσικά, τουρκικά, κινεζικά ή του Κόλπου. Οι συριακές επαναστατικές ταξιαρχίες έπρεπε είτε να ξυρίσουν τα γένια τους για να πάρουν δυτική υποστήριξη, είτε να τα αφήσουν για να πάρουν χρήματα από το Κατάρ ή τη Σαουδική Αραβία.
Ακόμα κι όταν οι οργανώσεις και οι συλλογικότητες «διεθνούς αλληλεγγύης» αφήνουν μεγάλη αυτονομία σε όσους αγωνίζονται και εμπιστεύονται τους ανθρώπους του πεδίου, συχνά γεννούν μονόδρομες σχέσεις. Για να αντισταθμιστούν οι δομικές ανισότητες και οι σχέσεις κυριαρχίας που αυτές παράγουν, οι κοινές πολιτικές και ηθικές γραμμές, καθώς και η στρατηγική πρακτική, πρέπει να ορίζονται από τους ίδιους τους ενδιαφερόμενους, εκείνους που δέχονται την αλληλεγγύη και εκείνους που την προσφέρουν. Ο στόχος είναι να δημιουργηθούν συνθήκες πρόσφορες για αμοιβαία υποστήριξη, θεμελιωμένες σε ισότιμες σχέσεις που αναγνωρίζουν την αμοιβαιότητα ανάμεσα σε αγώνες και εδάφη.

Αλληλοβοήθεια
Η αμοιβαία υποστήριξη αρχίζει με την αναγνώριση της ανάγκης μας να δουλέψουμε μαζί. Αυτό δεν μπορεί παρά να είναι μια σταδιακή διαδικασία. Το να γίνουν οι σχέσεις πραγματικά αμοιβαίες θέλει χρόνο. Το ίδιο και το χτίσιμο δεσμών εμπιστοσύνης. Και τα δύο προϋποθέτουν πως ξέρουμε να είμαστε εκεί ο ένας για τον άλλον. Και τα δύο απαιτούν να σβήσει η διάκριση ανάμεσα στα λόγια και στις πράξεις. Αντί να κάνουμε καλές πράξεις, η ιδέα είναι να λογαριάζουμε τον αγώνα των άλλων ως κομμάτι του δικού μας, και αντίστροφα. Σε έναν κόσμο όπου βασιλεύει ο ανταγωνισμός, ακόμα και ανάμεσα στους αγώνες, αυτό είναι η ανατροπή ενός παραδείγματος.
Η αλληλοβοήθεια δεν έχει κέντρο, γιατί λειτουργεί προς πολλαπλές κατευθύνσεις και αναγνωρίζει τις σχέσεις εξουσίας. Όταν τα πρώτα εργατικά ταμεία αλληλεγγύης του δέκατου ένατου αιώνα έστελναν χρήματα για να στηρίξουν μια απεργία, επέμεναν ότι επρόκειτο για δάνεια και όχι για δωρεές. Η ιδέα δεν ήταν να περιμένουν τόκο ή έστω πραγματική αποπληρωμή. Ήταν μάλλον η διακήρυξη ότι η βοήθεια δεν δινόταν από καλοσύνη ή φιλανθρωπία, αλλά ήταν μια χειρονομία που καλούσε άλλες σε ανταπόδοση, σε άλλες στιγμές ή με άλλες μορφές. Είναι σαφές ότι είναι ευκολότερο να σταλεί οικονομική στήριξη από τον Παγκόσμιο Βορρά προς τον Νότο παρά αντίστροφα. Αλλά αυτή δεν είναι η μόνη μορφή που μπορεί να πάρει η αλληλοβοήθεια.
Η πρώτη μορφή αλληλοβοήθειας είναι υλική. Μας γυρίζει πίσω στη μίνγκα (τη σύναξη για το κοινό καλό). Στην Άμπια Γιάλα (Abya Yala), το ιθαγενικό όνομα που χρησιμοποιούν οι λαοί των αυτοχθόνων της Αμερικής για να περιγράψουν την αμερικανική ήπειρο, αυτή η αρχή ενσαρκώνεται με διαφορετικούς τρόπους, βάζοντας σε κοινό ταμείο τις εργασίες, τους πόρους και τα αγαθά που χρειάζεται η συλλογική δουλειά: να βοηθήσεις σε μια μετακόμιση, να καλλιεργήσεις ένα χωράφι, να χτίσεις ένα κτίριο. Άνθρωποι, γείτονες και κοινότητες δουλεύουν μαζί, αλλά και εκμεταλλεύονται τη στιγμή για να χαρούν τη συντροφικότητα του να είναι μαζί και να χτίσουν γερούς κοινοτικούς δεσμούς. Οι εξεγέρσεις και ό,τι τις ακολούθησε έκαναν ορατή την ανάγκη για υλική βοήθεια, από φάρμακα ως σπόρους, με μια μακριά αλυσίδα ανθρώπων και τόπων. Γι’ αυτό χρειάζονται σύμμαχοι ικανοί να ανοίγουν δρόμους και να περνούν σύνορα. Τα κονβόι αλληλεγγύης προς τις συλλογικότητες στην Ελλάδα μετά το 2008 και οι πρωτοβουλίες λαϊκής αλληλοβοήθειας προς την Ουκρανία από το 2022 αποτελούν και τα δύο παραδείγματα προς γενίκευση, προς οικοδόμηση και προς διάδοση. Υπάρχουν τεράστια περιθώρια προόδου σε αυτό το πεδίο.
Τέτοια εγχειρήματα χρειάζονται χρήματα. Πώς μπορεί να επιτευχθεί μια οικονομική υποστήριξη ταυτόχρονα λαϊκή και αποτελεσματική; Ή αλλιώς: γίνεται να χρηματοδοτηθεί μια επανάσταση χωρίς τη βοήθεια των ισχυρών; Πολλές κοινότητες της διασποράς, Κουρδικές, Παλαιστινιακές ή Βιρμανικές, πολύ πρόσφατα είτε εδώ και πολύ καιρό, έχουν βοηθήσει τους αγώνες στις πατρίδες τους να επιβιώσουν. Η Βιρμανική αντίσταση, για παράδειγμα, έκανε δημοφιλές το «επαναστατικό crowdfunding», συγκεντρώνοντας εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια για τη χρηματοδότηση ομάδων αντίστασης. Η συγκέντρωση μικροσυνεισφορών σε μαζική κλίμακα και η δημιουργία διεθνικών ταμείων αλληλοβοήθειας μπορούν και οι δύο να περιορίσουν την εξάρτησή μας από την καλή θέληση χορηγών, κυβερνήσεων και ΜΚΟ.
Πέρα από το αμιγώς υλικό ζήτημα, η αλληλοβοήθεια μπορεί να πάρει τη μορφή της ενίσχυσης της φωνής των ανθρώπων και των ομάδων που παλεύουν στο επίκεντρο του επαναστατικού πεδίου. Το καθήκον ενός διεθνούς δικτύου αλληλοβοήθειας είναι να τους βοηθήσει να σπάσουν το μιντιακό δίχτυ και τον θόρυβο των αντιδραστικών καναλιών επικοινωνίας. Καμία επανάσταση δεν πρέπει ποτέ ξανά να νιώσει ορφανή ή προδομένη από την παγκόσμια αδιαφορία. Αυτό προϋποθέτει να μπορούμε να επικοινωνούμε με τους ανθρώπους του πεδίου στις κρίσιμες στιγμές. Σημαίνει να αποκτούμε πληροφορίες και να τις μεταφράζουμε ώστε να μιλούν σε άλλα συμφραζόμενα. Περιλαμβάνει τον συντονισμό δράσεων υποστήριξης και τη δημιουργία μακροπρόθεσμων καναλιών επικοινωνίας για το μοίρασμα των αναλύσεών μας.
Είναι ζωτικής σημασίας να δημιουργήσουμε μια κοινή ιστορία, πλέκοντας μαζί όλες τις συσσωρευμένες εμπειρίες μας. Αυτό σημαίνει να γίνει γνωστή η ιστορία των προηγούμενων αγώνων και εμπειριών. Το να τρέξεις μια αντιφασιστική καμπάνια, να γράψεις ένα φεμινιστικό σύνταγμα, να αναπτύξεις καλλιεργητικές τεχνικές, να νικήσεις έναν στρατό από τρολ, να αμυνθείς απέναντι στην αστυνομία, να στήσεις δίκτυα χρηματοδότησης και να απαντήσεις στις καθημερινές ανάγκες μιας απελευθερωμένης περιοχής, όλα αυτά είναι δεξιότητες και γνώσεις που μπορούν να μοιραστούν. Οι συντηρητικές και αντεπαναστατικές δυνάμεις κάνουν ό,τι μπορούν για να παρουσιάσουν τις εξεγέρσεις μας ως καταστροφές, τους εξεγερμένους μας ως τρομοκράτες και τα επιτεύγματά μας ως αποτυχίες. Η μάχη των αφηγήσεων και των εικόνων είναι πιο σημαντική από ποτέ, τόσο μέσα στην αμεσότητα του αγώνα όσο και για να τραφεί μια μνήμη του μέλλοντος, όπως λένε οι Χιλιανοί σύντροφοι.
Η αμοιβαία υποστήριξη μπορεί να ενσαρκωθεί σε δράση. Μπορεί να σημαίνει τον αποκλεισμό ενός εργοστασίου όπλων για να λιγοστέψουν οι βομβαρδισμοί αλλού, ή τη διατάραξη μιας πολυεθνικής σε έναν τόπο για να υπονομευθεί η εξόρυξη σε όλη την υφήλιο. Μπορεί επίσης να σημαίνει τον επηρεασμό της λεγόμενης «κοινής γνώμης» εκεί όπου οι άνθρωποι ζουν, δουλεύουν και περνούν τον ελεύθερο χρόνο τους, ώστε να χτιστεί υποστήριξη για όσους βρίσκονται στις πρώτες γραμμές. Η αλληλοβοήθεια είναι η κινητήρια δύναμη του διεθνισμού. Αποκτώντας διεθνές προφίλ, οι τοπικοί αγώνες αναπτύσσουν ικανότητα παγκόσμιας δράσης και δημιουργούν παγκόσμιες συμμαχίες ενάντια στα δίκτυα εξουσίας και χρήματος που δεν γνωρίζουν σύνορα. Κοινοί εχθροί δεν θα μας λείψουν.

Απλώνοντας τη μίνγκα σε όλο τον κόσμο
Θα μας πουν: «Μα υπάρχουν ήδη τόσα πράγματα να παλέψουμε υπέρ και κατά εδώ… γιατί να προσθέσουμε και τους διεθνείς αγώνες στη λίστα; Πρέπει να αποφύγουμε τη διασπορά δυνάμεων και την εξάντληση.» Η προτεραιότητα και το επείγον των τοπικών καταστάσεων πιέζει πάντα περισσότερο. Μπορεί μάλιστα να μοιάζει αυταπάτη να ισχυρίζεσαι ότι αλλάζεις την κατάσταση αλλού, όταν δυσκολεύεσαι να το κάνεις εκεί όπου βρίσκεσαι. Ο διεθνισμός μοιάζει καμιά φορά με ρομαντικό όνειρο, όμορφο αλλά κατά βάθος αφελές, σαν κειμήλιο του παρελθόντος, ένα σκονισμένο κουτί γεμάτο αναμνήσεις και καρτ ποστάλ: Βιετνάμ, Κούβα, Αλγερία, Ισπανία…
Αλλά το χτίσιμο του διεθνισμού δεν υπήρξε ποτέ πολυτέλεια, είναι στρατηγική επιβίωσης. Όσοι τον έκαναν πυλώνα του αγώνα τους (οι Ζαπατίστας, οι Κούρδοι, οι Παλαιστίνιοι) είναι σχεδόν τα μόνα επαναστατικά κινήματα που επιβίωσαν μακροπρόθεσμα ως τις μέρες μας, παρά τις αδυσώπητες επιθέσεις από παντού. Για αυτά τα κινήματα, ο διεθνισμός αντιστάθμισε την ανισορροπία δυνάμεων ανάμεσα στη βάση και στις στρατιωτικές δυνάμεις που αντιμετωπίζουν, μετατόπισε το πεδίο των εχθροπραξιών στο διπλωματικό επίπεδο και δημιούργησε παγκόσμια δίκτυα αλληλεγγύης. Στον καιρό τους, οι ιστορικές νίκες ενάντια στην αποικιοκρατία στην Ιρλανδία, στο Βιετνάμ και στην Αλγερία κερδήθηκαν από τους εξεγερμένους στο δικό τους έδαφος, αλλά και με την κατάκτηση των καρδιών των ανθρώπων στο κέντρο των αυτοκρατοριών, ώσπου οι ίδιοι οι λαοί εκείνων των χωρών απαίτησαν το τέλος του πολέμου και της κατοχής. Ο αγώνας μέσα από την κοιλιά του θηρίου είναι πάντα απαραίτητος για να διευρυνθεί το μέτωπο και η αρένα της αναμέτρησης και να στηριχθούν οι άνθρωποι που αγωνίζονται στο πεδίο που διεξάγεται ο αγώνας. Αλλά χρειάζεται να ακούμε τα δικά τους αιτήματα, αντί να βάζουμε τον εαυτό μας στο κέντρο και να δίνουμε προτεραιότητα στις δικές μας πολιτικές θέσεις ή να εφαρμόζουμε το δικό μας αναλυτικό πλαίσιο στην κατάσταση.
Αντλούμε από τα ιστορικά προηγούμενα, αλλά δεν νοσταλγούμε κάποια «χρυσή εποχή» του διεθνισμού. Τον εικοστό αιώνα, ο διεθνισμός ευθυγραμμίστηκε σε μεγάλο βαθμό με τα συμφέροντα των εθνών-κρατών, και γι’ αυτό ράγισε. Αντί να πολεμά τον εθνικισμό, καμιά φορά τον ενίσχυε. Η προσήλωση στη γη και στην κουλτούρα ως πεδία αγώνα έχει τη θέση της, αλλά πρέπει να φυλαγόμαστε από την εργαλειοποίησή της από κρατικούς μηχανισμούς που υπηρετούν εθνικές κυρίαρχες τάξεις. Ο διεθνισμός αρχίζει από το σπίτι μας, στα καθημερινά μας εδάφη. Οι τόποι όπου οι πληθυσμοί είναι ποικίλοι, ανάμεικτοι, ετερογενείς και, κυριολεκτικά, δια-εθνικοί είναι πρόσφορο έδαφος γι’ αυτόν. Σε αυτούς ανήκουν οι μητροπόλεις του κόσμου, οι παραμεθόριες περιοχές και οι μεγάλες ζώνες αγροτικής παραγωγής που στηρίζονται στη μεταναστευτική εργασία. Διεθνισμός σημαίνει να δημιουργούμε πολλαπλούς δεσμούς ανάμεσα στις αγωνιζόμενες περιφέρειες, ανάμεσα στις διαφορετικές γωνιές του κόσμου, για να μειώνεται η ελκτική δύναμη των περιφερειακών και παγκόσμιων κέντρων εξουσίας.
Τα εδάφη μας είναι υφασμένα με διεθνικές λογικές παραγωγής. Η δύναμη μιας τοπικής πολιτικής πρότασης σήμερα βρίσκεται στην ικανότητά της να βλέπει τον εαυτό της ως μέρος ενός παγκόσμιου δικτύου αντιστάσεων και εξεγέρσεων. Χωρίς αυτό, κινδυνεύει να συρρικνωθεί σε ένα «εναλλακτικό» πείραμα, πολιτισμικό, οικονομικό ή κοινωνικό, που αγνοεί τους δεσμούς που το δένουν με τον υπόλοιπο κόσμο. Αντίστροφα, αν δεν είναι γερά ριζωμένος στο τοπικό επίπεδο, ο διεθνισμός δεν μπορεί να είναι παρά ένα νοσταλγικό τραγούδι, ή ένα ευχάριστο σημείο συνάντησης για μια κοσμοπολίτικη ακτιβιστική ελίτ. Η πρόκληση που έχουμε μπροστά μας είναι να απλώσουμε τη μίνγκα σε όλο τον κόσμο, ανάμεσα σε εδάφη αγώνα, ανάμεσα σε λαϊκές εξουσίες. Αυτό εννοούμε όταν λέμε διεθνισμό από τα κάτω.
Το να κοιτάς τι συμβαίνει αλλού είναι μια ανάσα καθαρού αέρα, που δίνει δύναμη και κουράγιο όταν το «σπίτι» γίνεται σκοτεινό και αβάσταχτο. Κάπου στη Γη, υπάρχουν πάντα άνθρωποι που οργανώνονται, που δεν τα παρατάνε. Από το 2011, ενώ οι λαοί έδειξαν επίγνωση των αγώνων των άλλων και δανείστηκαν από αυτούς, εντείνοντας τις ανταλλαγές, δεν φαίνεται ακόμα πουθενά μια διεθνική επαναστατική δύναμη ικανή να συνδέσει τα κινήματα αντίστασης και τις επαναστάσεις χωρίς να βάλει χέρι στα αιτήματα και στους πόθους τους. Δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο στο χτίσιμο μιας τέτοιας δύναμης, αν θέλουμε να έχουμε αποφασιστικό αντίκτυπο.

Κάτω η ρεαλπολιτίκ, ζήτω η επαναστατική τρυφερότητα
Δεν θα είναι πάντα εύκολο να βρίσκουμε κοινές γραμμές άμυνας και επίθεσης, ακόμα κι αν μοιραζόμαστε τις ίδιες επιθυμίες και ελπίδες. Τα εμπόδια μπροστά μας είναι πολλά. Δεν μιλάμε την ίδια γλώσσα, ζούμε μακριά ο ένας από τον άλλον, η κατανόηση των τοπικών περιπλοκών θέλει χρόνο. Στις πρακτικές αυτές δυσκολίες προστίθενται οι πόζες εκείνων που εναντιώνονται ενεργά στους αγώνες μας από «πραγματισμό» ή από αντεπαναστατικές ανοησίες. Τέτοιες είναι οι πανοπτικές, γεωπολιτικές προσεγγίσεις, που θυμίζουν κακό ριμέικ του Ψυχρού Πολέμου, χωρίς τον σοσιαλισμό. Από αυτή τη σκοπιά, σε τελική ανάλυση, τα γεγονότα του κόσμου καθορίζονται πάντα και μόνο από τη σύγκρουση των μπλοκ. Τα κράτη είναι οι μόνοι δρώντες ικανοί να επιφέρουν αλλαγή. Ό,τι ξεφεύγει από το πεδίο της ρεαλπολιτίκ, και άρα είναι δυνητικά επαναστατικό, είναι καταδικασμένο στην αποτυχία.
Αυτή η δυαδική λογική οδήγησε ένα κομμάτι της «αντιιμπεριαλιστικής» αριστεράς να στηρίξει, υπόρρητα ή ανοιχτά, το ιρανικό, το ρωσικό, το κινεζικό και το συριακό καθεστώς ως «αναχώματα» ενάντια στον ιμπεριαλισμό, τον σιωνισμό, την αποικιοκρατία και τη δυτικοκαπιταλιστική ηγεμονία. Σύμφωνα με αυτή την οπτική, η συριακή και η ιρανική επανάσταση θεωρούνται «φιλελεύθερες» ή «φιλοδυτικές» και εύκολα «χειραγωγήσιμες». Ξεγράφτηκαν ως συνωμοσίες εξυφασμένες από ξένες χώρες, προφανώς δυτικές, για να πλήξουν την «εθνική κυριαρχία» των υπαρχόντων καθεστώτων. Σε αυτή την αφήγηση, ο λαός, οι μορφές οργάνωσής του, οι αυτόνομες δράσεις του, η πολλαπλότητα των φωνών του, οι εσωτερικοί κοινωνικοί ή ταξικοί του αγώνες, όπως και οι σφαγές που διαπράττουν εναντίον του αυτά τα καθεστώτα και οι σύμμαχοί τους, δεν μετρούν σε τίποτα.
Οι αυτοανακηρυγμένοι «αντιιμπεριαλιστές» είναι τόσο εκτός τόπου και χρόνου σε σχέση με τα πραγματικά κινήματα, ώστε όταν ξεσπούν εξεγέρσεις, σπεύδουν να εφαρμόσουν τις αφηρημένες ερμηνείες τους και στερούν από τους πιο άμεσα θιγόμενους τη δυνατότητα να ακουστούν. Στα μάτια τους, η λαϊκή αντίσταση στην Ουκρανία, οι φεμινίστριες στο Ιράν και οι επαναστάτες στη Συρία είναι είτε «πράκτορες του ιμπεριαλισμού» είτε ανίκανοι να κατανοήσουν τη δική τους κατάσταση. Από την υποτιθέμενη «κριτική τους απόσταση», αυτοί οι ιδεολόγοι, συνήθως εγκατεστημένοι στη Δύση, πιστεύουν ότι ξέρουν καλύτερα από τους ανθρώπους του πεδίου τι πρέπει να γίνει. Όταν οι εξεγερμένοι διατυπώνουν αναλύσεις και αιτήματα που δεν χωρούν στο δόγμα τους, οι μαχητές της αντίστασης στην Ουκρανία συκοφαντούνται ως «ναζί», οι εξεγερμένοι της Συρίας αποκαλούνται «τζιχαντιστές», οι φεμινίστριες του Ιράν «προδότριες». Αυτό κάνουν αυτοί οι «αντιιμπεριαλιστές»: λειτουργούν ως πληρεξούσιοι των δολοφονικών καθεστώτων που στηρίζουν και υπερασπίζονται.
Το να βλέπεις τις δυτικές χώρες ως τις μόνες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, και τις Ηνωμένες Πολιτείες ως την πηγή όλου του κακού, χαρακτηριστική προκατάληψη αυτών των «στρατοπεδικών» (campist) θέσεων, οδηγεί στη σχετικοποίηση των εγκλημάτων του συριακού, του ρωσικού, του κινεζικού ή του ιρανικού καθεστώτος. Η διατήρηση αυτών των καθεστώτων, ή ακόμα και η ενδυνάμωσή τους, θα ήταν, σύμφωνα με αυτή τη λογική, ευπρόσδεκτη για την εξισορρόπηση της παγκόσμιας τάξης και την αναχαίτιση της δυτικής ηγεμονίας.
Αυτοκρατορικές δυνάμεις όπως η Κίνα και η Ρωσία, που στηρίζουν ρητορικά την υπόθεση της Παλαιστίνης, θεωρούνται σύμμαχοι, ή το μικρότερο κακό απέναντι στην υποκρισία των δυτικών χωρών, όλων στοιχισμένων πίσω από την ισραηλινή κατοχή. Αλλά πιο «ευπρόσδεκτο» ή «μικρότερο κακό» για ποιον; Γιατί να ανεχτούμε τη γενοκτονία των Ουιγούρων στην Κίνα για να μπει τέλος στη γενοκτονία στη Γάζα; Γιατί να καταγγέλλουμε την ισραηλινή κατοχή της Παλαιστίνης από τη μια, και να κάνουμε τα στραβά μάτια στον αντιεξεγερτικό πόλεμο στην Τσετσενία, στη ρωσική εισβολή στη Γεωργία ή στην Ουκρανία, και αντίστροφα;
Το 2019, οι Ιρακινοί εξεγερμένοι, που κάτι ξέρουν από ιμπεριαλισμό, ξεκαθάρισαν με μαζικές διαδηλώσεις ότι δεν ήθελαν «ούτε τις ΗΠΑ ούτε το Ιράν» στη χώρα τους. Υπάρχουν λεπτές κατηγορίες και λίγο-πολύ περίπλοκες θεωρητικές ετικέτες για να περιγραφούν τα διαφορετικά είδη ιμπεριαλισμού που υπάρχουν σήμερα. Αλλά ο «υπο-ιμπεριαλισμός» είναι η ίδια παλιά βρομιά που ξέραμε πάντα.
Οι κάθετοι διαχωρισμοί και οι «στρατοπεδικές» θέσεις (campism) μόνο φράγματα και διαιρέσεις δημιουργούν ανάμεσα στους αγώνες. Εμποδίζουν τις αναγκαίες συμμαχίες ανάμεσα στους ανθρώπους των περιθωρίων. Αντί να τονίζουν αυτό που μας ενώνει, αυτοί οι «πραγματιστές» μάς λένε ότι, για να είμαστε αποτελεσματικοί, πρέπει να θεωρούμε τους εχθρούς των εχθρών μας φίλους μας. Η αλληλεγγύη, δηλαδή, βασίζεται λιγότερο σε ό,τι συμβαίνει στο πεδίο και περισσότερο στις θέσεις που παίρνουν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες στηρίξουν καιροσκοπικά έναν σκοπό, όπως την εξέγερση στο Χονγκ Κονγκ, τότε ο λαός του Χονγκ Κονγκ δεν αξίζει υποστήριξη, όσο κι αν η Κίνα θέλει να απλώσει εκεί την αυταρχική της λαβή. Αυτή είναι προσέγγιση τύπου «Κίσινγκερ» και όχι «Τσε Γκεβάρα». Είναι ηθικά αξιοθρήνητη και στρατηγικά αντιπαραγωγική.
Χρειαζόμαστε μια επαναστατική τρυφερότητα ικανή να ακούει, να θέλει να καταλάβει, να πλοηγείται στις αντιφάσεις για να σταθεί στο πλευρό όσων αγωνίζονται. Ποντάρουμε σε εκείνους που θέλουν να αλλάξουν τους κανόνες του παιχνιδιού, όχι σε εκείνους που θέλουν να κερδίσουν το παιχνίδι όπως είναι.
Σε αντίθεση με ό,τι θα ήθελε να μας κάνει να πιστέψουμε μια αυταρχική και κρατιστική αριστερά, η σύνδεση των αγώνων αυξάνει τη δύναμή μας. Το χτίσιμο συλλογικής δύναμης είναι ακριβώς αυτό που κατάφεραν τα φεμινιστικά κινήματα στο νότιο τμήμα της Άμπια Γιάλα τα τελευταία χρόνια. Λαμβάνοντας υπόψη τις πολλαπλές μορφές βίας, ενάντια στις σεξουαλικά ανυπότακτες, στους αφροαπογόνους, στις γυναίκες, στους αυτόχθονες, στους μετανάστες, στα παιδιά, στους ηλικιωμένους, στη δουλειά, στον δρόμο, στο σπίτι ή από την αστυνομία, και συμπεριλαμβάνοντας όλους τους θιγόμενους στις φεμινιστικές γενικές απεργίες, αντί να τους βλέπουν ως αντιπάλους, κατάφεραν να υφάνουν ένα τεράστιο λαϊκό κίνημα. Ενωμένο αλλά όχι ομοιόμορφο. Μαζικό αλλά ριζοσπαστικό.
Όσοι είναι υπερβολικά ανυπόμονοι, ή δεν έχουν δικό τους ορίζοντα, προτιμούν να καταφύγουν στη σκιά των ισχυρών παρά να μοιραστούν τη μοίρα εκείνων που ρισκάρουν την ήττα. Πρέπει να παλέψουμε ενάντια στη δική μας αδυναμία, και ειδικά ενάντια στην πεποίθηση ότι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα χωρίς να συμμετέχουμε στα παιχνίδια των ισχυρών. Είναι αλήθεια, νιώθουμε ότι είμαστε λίγοι και ότι μας λείπουν οι πόροι. Αλλά το να το αναγνωρίσουμε αυτό και να το κάνουμε αφετηρία για να χτίσουμε τη δύναμή μας είναι σίγουρα πιο ρεαλιστικό από το να παίρνουμε παρακαμπτήριους δρόμους, να γαντζωνόμαστε στο δεύτερο καλύτερο, και έτσι να αναπαράγουμε τις συνθήκες της αδυναμίας μας.
Μόνο ο λαός σώζει τον λαό. Πρέπει να δώσουμε σάρκα σε αυτό το σύνθημα, αρχίζοντας να χτίζουμε, στις τέσσερις γωνιές της υφηλίου, μια διεθνική δύναμη ικανή να αντιπαρατεθεί αποτελεσματικά στα ψυχρά τέρατα που καταβροχθίζουν το παρόν και το μέλλον μας. Το χτίσιμο μιας πραγματικής δύναμης παρέμβασης και αλληλοβοήθειας θα πάρει χρόνο και θα απαιτήσει πόρους που πρέπει να προετοιμάσουμε υπομονετικά, αλλά είναι ο μόνος δρόμος μπροστά. Καμία πραγματική νίκη δεν είναι δυνατή σε ένα μόνο μέρος του κόσμου. Η Αυτοκρατορία έχει εγκατασταθεί παντού, κι έτσι μόνο αν την αντιμετωπίσουμε παντού, ταυτόχρονα, μπορεί μια μέρα να μοιραστούμε την πτώση της.

Η Πτώση της Αυτοκρατορίας
Τι εννοούμε λέγοντας Δύση / Η Αυτοκρατορία θα επιζήσει της Δύσης / «Κάθε γενιά πρέπει, μέσα σε σχετική αφάνεια, να ανακαλύψει την αποστολή της: να την εκπληρώσει ή να την προδώσει» / Να σταματήσουμε αυτόν τον κόσμο /
Σε όλο τον πλανήτη, παρά τα τείχη και τους φράχτες που στήνονται στον δρόμο τους, παρά τις τόσες στρατηγικές αφομοίωσης και εξόντωσης, οι λαοί παίρνουν πίσω εδάφη, πόρους, κουλτούρες και κληρονομιές. Παλεύουν για όλα όσα τους έκλεψαν αιώνες αποικιακής λεηλασίας και αυτοκρατορικών αξιώσεων. Τέτοια είναι η περίπτωση της παλαιστινιακής αντίστασης, που κρατάει απέναντι στον ισραηλινό εποικισμό και τον δυτικό ιμπεριαλισμό πάνω από εβδομήντα χρόνια. Ή του κουρδικού κινήματος, που πολεμά πάνω από έναν αιώνα ενάντια σε τέσσερα έθνη-κράτη που του αρνούνται το δικαίωμα στην αυτονομία. Στην Άμπια Γιάλα, οι εξεγέρσεις των αυτοχθόνων και των αφροαπογόνων δεν έχουν πάψει από το 1492 και συνεχίζουν να εμπνέουν τους αγώνες της ηπείρου. Από το Γούντεντ Νι ως την Όκα, από το Στάντινγκ Ροκ ως την εξέγερση που ακολούθησε τον θάνατο του Τζορτζ Φλόιντ, οι άνθρωποι ξεσηκώνονται ενάντια σε ένα σύστημα κυριαρχίας θεμελιωμένο στη λευκή υπεροχή και στην εκμετάλλευση των σωμάτων και των εδαφών μας. Ξανά και ξανά, εξεγέρσεις ενάντια στο ρατσιστικό αστυνομικό έγκλημα ξεσπούν στην Ευρώπη, ενώ οι Κανάκυ (στην «Νέα Καληδονία») συνεχίζουν τον αντιαποικιακό της αγώνα ενάντια στη Γαλλία, και στη Δυτική Αφρική η γαλλική μετααποικιακή εξουσία εξακολουθεί να αποσυναρμολογείται.
Αλλά τα διεθνή ύδατα είναι θολά και αμφισβητούμενα, και οι εξεγερμένοι δύσκολα τα διασχίζουν. Ως τώρα, τα κέντρα εξουσίας κρατούσαν γερά στα χέρια τους τον ορίζοντα, περιορίζοντας κάθε αγώνα, κάθε εξέγερση, στο ιδιαίτερο πλαίσιό της. Οι κυρίαρχες μορφές των κέντρων δεν μπορούν να πιστέψουν ότι κάποιος θα ήθελε οτιδήποτε άλλο από το να ενταχθεί στο κέντρο. Το κέντρο είναι ο καλύτερος των δυνατών κόσμων. Οι υπόλοιποι δεν μπορούμε παρά να τρέχουμε να τους προλάβουμε, να σωριαζόμαστε, να ξανασηκωνόμαστε και να ελπίζουμε ότι μια μέρα θα τα καταφέρουμε. Ο μόνος κόσμος που έχουμε από κοινού είναι ο κόσμος όπως τον όρισαν οι νικητές της «παγκοσμιοποίησης». Όταν όμως ξεσπά η επαναστατική ανάβλυση, γεννά έναν διαφορετικό «κοινό κόσμο», που αναδύεται από τα ερείπια, τις ρωγμές και τα περιθώρια. Αυτόν τον κοινό κόσμο χρειάζεται να ονομάσουμε, γεννημένο από την εξέγερση και ελεύθερο από τις ιδιαιτερότητες των επιμέρους πλαισίων της.

Τι εννοούμε λέγοντας Δύση
Η απίστευτη αξίωση της Δύσης να ορίσει έναν «οικουμενικό» ορίζοντα για την ανθρωπότητα προκάλεσε και δικαιολόγησε εκατομμύρια θανάτους, γενοκτονίες, επιστημοκτονίες, για να μη μιλήσουμε για την υποδούλωση και τον εκτοπισμό εκατομμυρίων ανθρώπων. Τι μακάβρια, και αποτελεσματική, διανοητική απάτη! Ο ιδρυτικός μύθος του «ελεύθερου υποκειμένου», σφυρηλατημένος και διαδεδομένος από τον «Διαφωτισμό», γεννήθηκε μέσα σε έναν επαναστατικό αγώνα ενάντια στην τυραννία. Μεταμορφώθηκε σε άλλοθι για την απεριόριστη απαλλοτρίωση κάτω από μια νέα οικονομική τάξη, στη θέση του καλού λόγου του Θεού. Η Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διακηρύχθηκε το 1948 με τυμπανοκρουσίες την ίδια χρονιά που η παλαιστινιακή Νάκμπα (καταστροφή) έστελνε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους στην εξορία.
Ο φιλελεύθερος «οικουμενισμός» είναι ο απολιτίκ αντίζηλος του διεθνισμού. Κηρύττει ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι αναπαλλοτρίωτα, και τα αρνείται στους περισσότερους. Διδάσκει ότι τα κράτη ανήκουν σε μια «διεθνή κοινότητα» όπου εναρμονίζονται οι καλές σχέσεις μεταξύ των εθνών. Κι όμως, αυτή δεν είναι παρά μια παιδική χαρά όπου οι ιεραρχίες καλύπτονται και οι υποτέλειες μεταμφιέζονται. Λέξεις ανταλλάσσονται, δράσεις και καλές αποφάσεις μιμούνται, σαν για να κρυφτεί αυτό που όλοι κατά βάθος ξέρουν: ότι ο νόμος του ισχυρότερου εξακολουθεί να κυβερνά τον ανθρώπινο κόσμο.
Η «διεθνής κοινότητα» είναι μια ιδιωτική λέσχη εθνών-κρατών, όπου οι ηγεμόνες συμφωνούν στα κριτήρια εισδοχής, δικαιολογώντας ταυτόχρονα τη διαρκή κυριαρχία τους πάνω σε όσους δεν πληρούν τις προδιαγραφές. Οι τελευταίοι δεν είναι ακριβώς «αποκλεισμένοι»: τους παραχωρείται ένα είδος μερικής ιδιότητας μέλους. Μερικοί είναι πιο ίσοι από τους άλλους. Και το ίδιο ισχύει για τους πληθυσμούς αυτών των οντοτήτων: κάποιοι θεωρούνται άνθρωποι, κάποιοι ανθρώπινες ασπίδες, κάποιοι ανθρωπόμορφα ζώα, και κάποιοι απλώς παράπλευρες απώλειες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εισέβαλαν στο Αφγανιστάν και ύστερα στο Ιράκ. Βομβάρδισαν πολλά μέρη της Μέσης Ανατολής, με κόστος πάνω από ένα εκατομμύριο ζωές, στο όνομα της «προστασίας της δημοκρατίας» και του «οικουμενικού ιδεώδους των ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Ακόμα και τώρα που γράφουμε αυτές τις γραμμές, ένα ισραηλινό αποικιακό κράτος διαπράττει εν γνώσει του γενοκτονία στην Παλαιστίνη με τις ευλογίες της Δύσης, και τα στρατεύματα κατοχής υψώνουν πού και πού την ΛΟΑΤΚΙ σημαία.
Ωστόσο, η κυνική χρήση του μανδύα των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» από την Αυτοκρατορία, για να αυτοανακηρυχθεί οικουμενικός ειρηνοδίκης, δεν εμπόδισε τα «ανθρώπινα δικαιώματα» να διεκδικηθούν και ως λόγος αντίστασης και ως βάση υποστήριξης των λαϊκών αγώνων σε όλο τον κόσμο. Υπάρχει επομένως μια αντιφατική διπλή χρήση του διεθνούς δικαίου: από τα κέντρα και από τα περιθώρια. Οι αυτόχθονες ή αποικιοκρατούμενοι λαοί χρησιμοποιούν τακτικά το «δικαίωμα στην αυτοδιάθεση» ως μοχλό στον αγώνα τους ενάντια στις εθνικές τους κυβερνήσεις και τις δυνάμεις κατοχής. Τα ανθρώπινα δικαιώματα και το συμβολικό τους βάρος στη διεθνή σκηνή χρησιμεύουν τακτικά ως σημείο αναφοράς για την αντίσταση στην καταπίεση στο πεδίο, ως καταγγελία της κρατικής τρομοκρατίας. Αλλά το αλεξικέραυνο του διεθνούς δικαίου προσφέρει ελάχιστη προστασία αν δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα των κυρίαρχων δυνάμεων. Εκείνες θα προτιμούν πάντα να κάνουν τα στραβά μάτια όταν το τίμημα δεν αξίζει τον κόπο. Έτσι έγινε με τις κόκκινες γραμμές του «ελεύθερου κόσμου» για τη χρήση χημικών όπλων από το συριακό καθεστώς ενάντια στον ίδιο του τον πληθυσμό. Ο λαός της Γούτα ήταν αναλώσιμος.
Η «ανθρωπιστική» επέμβαση του ΝΑΤΟ, ή αλλιώς επέμβαση «ευθύνης προστασίας», που έγινε στη Λιβύη κατά την εξέγερση του 2011, είναι ένα από τα κομβικά γεγονότα αυτής της τελευταίας επαναστατικής αλληλουχίας για το οποίο κανείς δεν μιλάει πια. Το τέλος μιας τοπικής τάξης πραγμάτων μέσω της επέμβασης των συνηγόρων μιας «παγκόσμιας τάξης» διέκοψε την επαναστατική διαδικασία και δημιούργησε νέες εξαρτήσεις. Η αγγλογαλλική επέμβαση, αν και πιθανότατα απέτρεψε ένα αιματηρό σενάριο συριακού τύπου, επέτρεψε την εγκαθίδρυση ενός ομοιώματος κυβερνήσεων που δεν γεννήθηκαν από τους επαναστατικούς χώρους, κι όμως κατέχουν το δικαίωμα να υπογράφουν συμφωνίες στο όνομα ανθρώπων που τίποτα τέτοιο δεν ζήτησαν. Η λιβυκή επανάσταση χάθηκε έτσι σε εσωτερικές διαμάχες εξουσίας ανάμεσα σε φατρίες, καμία από τις οποίες δεν μοιάζει ικανή να ενσαρκώσει τη θέληση του λαού. Αλλά τα «ουσιώδη» διασφαλίστηκαν: οι ακτοφυλακές πληρώνονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση για να ανακόπτουν το κύμα των μεταναστών. Από τη Συρία ως την Ουκρανία, η αυθόρμητη αντίδραση ορισμένων επαναστατών και των υποστηρικτών τους ήταν να θρηνούν τη μη επέμβαση της «διεθνούς κοινότητας». Κι όμως, όποτε η επέμβαση έγινε, δεν ήταν παρά ένας ακόμα τρόπος να σβήσει ή να εξουδετερωθεί η επαναστατική «απειλή».
Στο Σουδάν, οι επιτροπές αντίστασης επέδειξαν μια υγιή δυσπιστία απέναντι σε κάθε ξένη επέμβαση στην επαναστατική διαδικασία. Αυτό δεν εμπόδισε τον στρατό και τις πολιτοφυλακές να επικρατήσουν. Η ξένη ανάμειξη βρήκε άλλον δρόμο, παίρνοντας το μέρος των ανταγωνιζόμενων φατριών του παλιού καθεστώτος, άλλες με τη στήριξη των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, άλλες της Αιγύπτου, πνίγοντας τη λαϊκή επανάσταση σε έναν στρατιωτικό πόλεμο. Η συνέπεια ήταν μαζικοί εκτοπισμοί και ένας φρικτός λιμός. Η πεισματική μη ευθυγράμμιση της σουδανικής επανάστασης τής χάρισε πλήθος αποφασισμένους εχθρούς εντός και εκτός συνόρων. Εχθρούς έτοιμους να «κάψουν τη χώρα» παρά να ρισκάρουν την επιτυχία της επανάστασης.
Καμία απολύτως δύναμη δεν έτρεξε ποτέ πραγματικά σε βοήθεια ενός εξεγερμένου λαού. Πριν από μερικά χρόνια, σε μια βραδιά υποστήριξης της συριακής επανάστασης κάπου στη Γαλλία, κάποιος από το κοινό ρώτησε: «Μα τι μπορούμε να κάνουμε για να βοηθήσουμε;» Ένας από τους παρόντες ακτιβιστές, επιζών της πολιορκίας της Χομς, απάντησε: «Στείλτε μας αντιαρματικούς πυραύλους!» Πέρα από το ότι το ακροατήριο δεν ήταν σε θέση να ανταποκριθεί σε ένα τέτοιο αίτημα, η απάντηση έμοιαζε να τοποθετεί κάθε δράση αλληλεγγύης προς τους Σύριους επαναστάτες στη σκιά των Κρατών. Δεν υπήρχε άλλος τρόπος να βοηθηθεί η επανάσταση από το να καλούνται οι δυτικές κυβερνήσεις να επέμβουν στρατιωτικά ενάντια στο καθεστώς ή να παραδώσουν βαρύ οπλισμό;
Για εμάς, αυτό δεν είναι ηθικό ζήτημα, ακόμα κι αν για πολλούς αντιφρονούντες των κέντρων θα ήταν αδιανόητο να διαδηλώσουν απαιτώντας στρατιωτική επέμβαση του ΝΑΤΟ. Η πρόσβαση στα όπλα είναι ζήτημα επιβίωσης για πολλούς εξεγερμένους, κάτι που ακόμα και οι πιο ειρηνιστές ανάμεσά μας δεν μπορούν παρά να το αναγνωρίσουν. Το ότι σύντροφοι στις πρώτες γραμμές της ουκρανικής, της λιβυκής ή της παλαιστινιακής αντίστασης ζήτησαν στρατιωτική ή τακτική επέμβαση τρίτων δυνάμεων για να αναχαιτίσουν την άγρια καταστολή που εξαπολύθηκε εναντίον τους είναι κατανοητό. Υπάρχει μια ολόκληρη συζήτηση που πρέπει να γίνει μέσα στα επαναστατικά κινήματα για το ζήτημα της στρατιωτικής επέμβασης, τις μορφές που μπορεί να πάρει και τον αντίκτυπό της στην έκβαση των γεγονότων: από τις ζώνες απαγόρευσης πτήσεων ως τα στρατεύματα εδάφους, από το άνοιγμα νέων μετώπων ως την τεχνική βοήθεια και την παροχή στρατιωτικού εξοπλισμού. Δεν μπορούμε να προχωρήσουμε χωρίς σοβαρή αποτίμηση του συσχετισμού δυνάμεων στο πεδίο. Ούτε όμως μπορούμε να καταφύγουμε σε έναν ανίσχυρο καθαρό λόγο με την ελπίδα να αποφύγουμε τις αντιφάσεις. Αλλά το να εξαρτόμαστε από τις στρατιωτικές δυνατότητες ορισμένων κρατών ή ένοπλων φατριών και να το βλέπουμε αυτό ως τον μόνο πρακτικό τρόπο συνεισφοράς στον αγώνα, είναι σημάδι παραίτησης. Είναι εγκατάλειψη της ίδιας της δυνατότητας της επανάστασης.

Η Αυτοκρατορία θα επιζήσει της Δύσης
Ο κόσμος στον οποίο ζούμε είναι γεμάτος διαφορές, ένα πάζλ από ξεχωριστά κομμάτια που με κάποιο τρόπο ταιριάζουν μεταξύ τους και σχηματίζουν τη συνολική εικόνα του τόπου όπου ζούμε. Οι διαφορές δεν είναι απλώς ζήτημα απόστασης. Δεν είναι αποτέλεσμα καθυστέρησης: δεν ξεπερνιούνται με την «πρόοδο». Σε μια εποχή μονολιθικών πεποιθήσεων, οι διαφορές απορρίπτονται ή συνθλίβονται, για να βολέψουν ένα παγκόσμιο σύστημα διαχείρισης πόρων, ανταλλαγών και ταυτοτήτων. Μια επιδέξια συνύφανση ξεχωριστών αλλά συμπληρωματικών συστημάτων κυριαρχίας μάς έχει μετατρέψει σε υπηκόους μιας Αυτοκρατορίας που διαρκώς αναπροσαρμόζεται και επεκτείνεται. Οι αλλαγές είναι επιφανειακές, νέες συμμαχίες, συσχετισμοί δύναμης, αναδυόμενες πρωτεύουσες του κεφαλαίου.
Αν και υπήρξαν προκαπιταλιστικές αυτοκρατορίες, προγενέστερες του έθνους-κράτους και μη δυτικές, η επέκταση του καπιταλισμού ενοποίησε την Αυτοκρατορία σε ένα ενιαίο όλον. Έτσι, η Αυτοκρατορία επέζησε του επίσημου τέλους των ευρωπαϊκών αποικιακών αυτοκρατοριών, εκκοσμικεύτηκε και κατάφερε να διαδώσει την πεποίθηση ότι καμία εναλλακτική δεν είναι δυνατή.
Η Αυτοκρατορία δεν είναι απλώς το όνομα του παγκόσμιου συστήματος μέσα στο οποίο ζούμε, με τους διεθνείς θεσμούς του, τις παγκόσμιες αγορές του, την ενοποιημένη γλώσσα και το ιδεολογικό του πλαίσιο, από το οποίο καμία γωνιά του κόσμου δεν εξαιρείται. Είναι επίσης ένας ιδιαίτερος τρόπος να αντιλαμβάνεσαι τον κόσμο ως ένα απέραντο επιτραπέζιο παιχνίδι, όπου διάφορες συμμαχικές ή αντίπαλες δυνάμεις ανταγωνίζονται για πλούτο και σφαίρες επιρροής. Η Αυτοκρατορία είναι εκεί όπου τα Κράτη διαπραγματεύονται τον πιο κερδοφόρο καταμερισμό εργασίας και τους «κανόνες εμπλοκής» που επιτρέπουν σε κάθε παίκτη να κρατά τη θέση του στο παιχνίδι της μαζικής δολοφονίας στο οποίο επιδίδονται. Πέρα από το καπιταλιστικό σύστημα, η Αυτοκρατορία ονομάζει όλους τους επίσημους και ανεπίσημους θεσμούς, κώδικες, έθιμα και κανόνες που διέπουν τους θηρευτικούς μηχανισμούς των κέντρων εξουσίας πάνω στον υπόλοιπο κόσμο. Από την Πόλη του Μεξικού ως το Ντουμπάι, από το Τόκιο ως το Κέιπ Τάουν, από το Πεκίνο ως τη Φρανκφούρτη, οι άνθρωποι στα κέντρα της εξουσίας μιλούν, τρώνε, ντύνονται, κλείνουν συμφωνίες και εξαπατούν ο ένας τον άλλον με τον ίδιο περίπου τρόπο. Η Αυτοκρατορία βρίσκει πάντα τους τοπικούς της αναμεταδότες. Προσαρμόζεται σε όλες τις κουλτούρες, σε όλες τις θρησκείες, σε όλα τα στυλ άσκησης της εξουσίας. Μένει αδιάφορη στις προθέσεις, στην κουλτούρα και στη συμπεριφορά, όσο οι εκπρόσωποί της συνεχίζουν να παίζουν το παιχνίδι.
Η πρόσφατη ενίσχυση της λογικής των μπλοκ δεν είναι τόσο πάλη ανάμεσα σε διαφορετικά είδη ιμπεριαλισμού, όσο πάλη για την αυτοκρατορική ηγεμονία μέσα στο ίδιο παγκόσμιο σύστημα. Κι αν η Δύση μοιάζει αυτές τις μέρες να επιστρέφει δυναμικά, με την επίδειξη ενότητας για να συγκαλύψει μια γενοκτονία στο όνομα του «δικαιώματος του Ισραήλ να αμυνθεί», αυτή η επιστροφή ελάχιστα κρύβει μια αργή παρακμή, που εικονογραφείται περίτρανα στην προλεταριοποίηση των κοινωνιών, στον καλπάζοντα πληθωρισμό, στην άνοδο του φασισμού, στις καταστροφικές στρατιωτικές επεμβάσεις, στην άτακτη αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής και στη σταθερή απώλεια εμπορικής και διπλωματικής επιρροής. Από άλλη σκοπιά, η φαινομενική συναίνεση υπέρ της ουκρανικής αντίστασης προδίδει έναν κάποιο πυρετό, με στρατιωτική βοήθεια που δίνεται με το σταγονόμετρο και δεν στάθηκε ποτέ στο ύψος της ρωσικής επίθεσης. Η «παρακμή της Δύσης» θα ήταν καλά νέα αν σήμαινε την παρακμή της Αυτοκρατορίας. Αλλά μόνο το πρόσωπό της αλλάζει. Τα κατακτητικά χαμόγελα στα πρόσωπα των ηγετών των BRICS, που επιδεικνύουν παντού την καιροσκοπική τους συμμαχία, δείχνουν καθαρά ότι είναι έτοιμοι να πάρουν τη δική τους θέση στο ίδιο παιχνίδι. Όσο υπάρχει η Αυτοκρατορία, ο αγώνας εναντίον της συνεχίζεται, ανανεώνοντας διαρκώς τη μορφή και τα λόγια του, που εκείνη θα προσπαθήσει ξανά να καταπιεί για να σταθεί πάλι στα πόδια της.

«Κάθε γενιά πρέπει, μέσα σε σχετική αφάνεια, να ανακαλύψει την αποστολή της: να την εκπληρώσει ή να την προδώσει»
Τον περασμένο αιώνα, μια ολόκληρη γενιά σε όλη την υφήλιο ξεσηκώθηκε και εκτέθηκε στις σφαίρες, στην εκτόπιση και στα βασανιστήρια, για να διώξει τις ευρωπαϊκές δυνάμεις από τα αποικιοκρατούμενα εδάφη. Η επαναστατική επίθεση των αποικιοκρατούμενων ήταν απάντηση στην κυριαρχία που ασκούσαν οι λευκές δυνάμεις για περισσότερο από έναν αιώνα. Και μέσα στο χωνευτήρι αυτών των αγώνων, στα μακί και στις φυλακές της Δύσης, στα πρώτα απελευθερωμένα εδάφη, σφυρηλατήθηκαν οι πολιτικές συνειδήσεις εκείνων που θα σχεδίαζαν το μέλλον. Οι μορφές και οι έννοιες που ήταν διαθέσιμες σε αυτόν τον ήδη παγκοσμιοποιημένο κόσμο ήταν εκείνες της δυτικής ιστορίας: το έθνος-κράτος, η πρόοδος, ο σχεδιασμός, η περιφερειακή ανάπτυξη, οι εθνικές ταυτότητες, η αντιπροσωπευτική δημοκρατία, ο εθνικισμός, ο σοσιαλισμός… Το διώξιμο των αποικιοκρατών δεν αρκούσε: τα ίδια σαγηνευτικά μοντέρνα εργαλεία του αφέντη χρησιμοποιήθηκαν για να χτιστούν τα μετααποικιακά κράτη, και αυτά παρήγαγαν τις ίδιες αντιφάσεις.
Η υπόσχεση που άνοιξε το τέλος των αποικιακών αυτοκρατοριών, στον απόηχο των εθνικών επαναστάσεων, έδωσε τη θέση της σε ένα κολοσσιαίο ξενέρωμα. Οι σημαίες, οι ύμνοι και τα νομίσματα άλλαξαν. Η κυριαρχία συνεχίστηκε με άλλες μορφές. Οι εθνικές αστικές τάξεις και οι πολιτικές ελίτ που αναδύθηκαν από τα κινήματα ανεξαρτησίας υπέκυψαν συχνά στον αυταρχισμό. Αφού θυσίασαν τους πιο μαχητικούς ανάμεσά τους, οι νέες πολιτικές τάξεις στις χώρες του Νότου πήραν το μερίδιό τους από τους καρπούς της μετααποικιακής εκμετάλλευσης. Στις αραβικές χώρες, για παράδειγμα, οι εξεγέρσεις του εικοστού πρώτου αιώνα συντάραξαν τα θεμέλια καθεστώτων που είχαν μείνει αμετάβλητα ή σχεδόν αμετάβλητα από τα πρώτα χρόνια της αποικιοκρατίας, και που τα περισσότερα είχαν γίνει αστυνομικά κράτη. Παγωμένα στις ιστορικές πόζες της αποαποικιοποίησης και της πρώτης γραμμής της αντίστασης στον δυτικό ιμπεριαλισμό, τα κόμματα της εξουσίας έμοιαζαν ικανά να καταπνίγουν στους αιώνες των αιώνων τους λαϊκούς πόθους για κοινωνική αλλαγή. Όμως η επιστροφή του λαού στο προσκήνιο ξαναμοίρασε την τράπουλα. Όπως διακήρυτταν οι διαδηλωτές του αλγερινού Χιράκ: η εξέγερση του 2019 επιχείρησε να τελειώσει τη δουλειά της ημιτελούς επανάστασης του 1962.
Ενώ ένα αίτημα δημοκρατίας βρίσκεται στην καρδιά πολλών πρόσφατων εξεγέρσεων, δύσκολα βρίσκεις έναν τόπο όπου η δημοκρατία ενσαρκώνεται πλήρως. Το «δημοκρατικό ιδεώδες», όπως εξακολουθεί να παρουσιάζεται στη Δύση, δεν μπορεί πια να κρύψει τί απάτη είναι. Αρκεί να δει κανείς μερικές εικόνες από την αμερικανική προεκλογική περίοδο την άνοιξη του 2024 για να πειστεί, σε μία από τις «μεγαλύτερες δημοκρατίες του κόσμου». Μέχρι την είσοδο της Καμάλα Χάρις στην εκλογική κούρσα, με τον παραλίγο εγκεφαλικό θάνατο του υποψηφίου των Δημοκρατικών, δύο λευκοί, πλούσιοι, χριστιανοί άντρες στα εβδομήντα τους γαντζώνονταν στην εξουσία, συναγωνιζόμενοι ποιος θα διαχειριστεί καλύτερα τα αντίστοιχα συμπτώματα γεροντικής άνοιας, αντί να κάνουν πολιτικές συζητήσεις για το μέλλον του κόσμου, ενός κόσμου που οι Ηνωμένες Πολιτείες σε μεγάλο βαθμό κυριάρχησαν και διαμόρφωσαν για περισσότερα από εβδομήντα χρόνια. Το «δημοκρατικό» αδιέξοδο που σηματοδοτεί αυτή η εικόνα θυμίζει την πέμπτη και τελευταία προεδρική υποψηφιότητα του μουμιοποιημένου Μπουτεφλίκα, που πυροδότησε την εξέγερση του 2019 στην Αλγερία.
Η δημοκρατία δεν είναι μια δυτική εφεύρεση που εκτείνεται από τις συνελεύσεις της Αθήνας ως τη Γαλλική Δημοκρατία, και τώρα εξάγεται στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ με βόμβες. Από τη Συνομοσπονδία των Χοντενοσόνι (Ιροκουά) στη Βόρεια Αμερική ως την Επανάσταση της Αϊτής, περνώντας από τα ακυβέρνητα εδάφη της «Ζόμια» στη Νοτιοανατολική Ασία, αναρίθμητοι λαοί ανέπτυξαν στο πέρασμα της ιστορίας εξισωτικές πρακτικές διαβούλευσης για να οργανώσουν την κοινοτική ζωή. Στην πραγματικότητα, η υφαρπαγή της έννοιας της δημοκρατίας από τη Δύση την έχει κάνει απωθητική σε ορισμένα μέρη του κόσμου. Πώς μπορούμε λοιπόν στην εποχή μας να κρατήσουμε ζωντανή την παλιά ιδέα που έλεγε: «Όλη η εξουσία στον λαό»; Πώς να πολεμήσουμε την απάτη των φιλελεύθερων δημοκρατιών χωρίς να παίξουμε το παιχνίδι των αυταρχικών καθεστώτων;

Να σταματήσουμε αυτόν τον κόσμο
Το πρόσωπο της Αυτοκρατορίας αλλάζει, το πρόσωπο του πολέμου αλλάζει, και για αυτό τον λόγο ούτε οι στρατηγικές ούτε οι στόχοι μας μπορούν να μείνουν ίδιοι. Πέρα από το ότι υποφέρουμε κάτω από αυταρχικά ή ολιγαρχικά καθεστώτα, έχουμε να αντιμετωπίσουμε, άμεσα ή έμμεσα, τις συνέπειες ανταγωνιστικών ιμπεριαλιστικών επιθέσεων που μπορούν να καταστρέψουν μέσα σε μια νύχτα τις ήδη επισφαλείς συνθήκες της ζωής μας στις περιοχές που κατοικούμε. Οι εξεγέρσεις της πείνας είναι καθημερινό φαινόμενο σε όλη την υφήλιο. Οι αντίπαλες δυνάμεις χρησιμοποιούν εκ περιτροπής «το φαγητό ως όπλο» σε έναν κόσμο όπου η ικανότητα των κοινωνιών να αυτοσυντηρούνται έχει καταστραφεί μεθοδικά και τα καπρίτσια του κλίματος κάνουν τις σοδειές πιο αβέβαιες από ποτέ. Το 2024 ο Βλαντίμιρ Πούτιν απείλησε ολόκληρη τη Μεσόγειο, μονοπωλώντας την παραγωγή σιταριού στις εύφορες πεδιάδες της Ουκρανίας, από τις οποίες εξαρτώνται οι περισσότερες μεσογειακές χώρες. Η επισιτιστική κυριαρχία έχει γίνει έτσι κεντρικό ζήτημα κάθε πολιτικής χειραφέτησης, μετασχηματίζοντας τους τρόπους του αγώνα σε κάθε ήπειρο. Καμία επαναστατική προοπτική σήμερα δεν μπορεί να αγνοήσει τους τρόπους με τους οποίους θα ξαναπάρουμε στα χέρια μας τα μέσα για την κάλυψη των βασικών μας αναγκών.
Σε αυτή τη νέα φάση ανοιχτών ένοπλων συγκρούσεων, επιθετικών εξουσιαστικών στρατηγικών και εθνικιστικής αναζωπύρωσης, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την αντίφαση ανάμεσα στην επιθυμία μας για έναν συνεργατικό κόσμο, όπου οι άνθρωποι θα μπορούν να οργανώνονται για την επιβίωσή τους, και στην πραγματικότητα των μόνιμων απειλών που θέτουν οι ενδοϊμπεριαλιστικές συγκρούσεις. Μια «απελευθερωμένη» περιοχή, ή ένα κράτος, που θα εγκατέλειπε οικειοθελώς τις πολιτικές της καπιταλιστικής συσσώρευσης και των μονοπωλίων, δεν θα καταβροχθιζόταν αμέσως από τις αντίπαλες δυνάμεις;
Σε πολλά μέρη του κόσμου, πίσω από την βιτρίνα της τάξης που επιβάλλει το κυρίαρχο κράτος, υπάρχουν κοινοτικές ή θρησκευτικές πολιτοφυλακές, μαφίες, τοπικές συμμορίες και πολυεθνικές εταιρείες, στις οποίες ανατίθεται η καταστολή των κινημάτων μας και ο έλεγχος των κοινοτήτων μας. Έτσι, η επίκληση του τέλους του κράτους ως μοναδικού ορίζοντα της επανάστασης δεν αρκεί. Η ιδέα μοιάζει εντελώς ξένη σε όσους από εμάς, ζώντας ως υποτελείς σε αποτυχημένα κράτη, είμαστε παρατημένοι στο έλεος αρχηγών συμμοριών και πολέμαρχων, χωρίς κανένα καταφύγιο απέναντι στη φτώχεια, την αρρώστια, τον λιμό ή τις φυσικές καταστροφές. Η καταστροφή ή ο κατακερματισμός των κρατών που συνθλίβουν τους λαούς δεν θα αρκέσει, ούτε και η απλή αντικατάσταση εκείνων που τα στελεχώνουν. Μόνο ενωμένοι συλλογικά, παίρνοντας στα χέρια μας τις βασικές μας ανάγκες για ασφάλεια, υγεία, πρόσβαση σε στέγη και τροφή, θα μπορέσουμε να διεκδικήσουμε την ανεξαρτησία μας από την Αυτοκρατορία πέρα από τη στιγμή της εξέγερσης.
Ο κόσμος που ενοποίησε η Αυτοκρατορία, όποια γλώσσα κι αν μιλά, σε όποιον θεό κι αν προσεύχεται, όποιο νόμισμα κι αν χρησιμοποιεί, δολάριο, ευρώ, γουάν ή οτιδήποτε άλλο, δεν είναι συμβατός με κανέναν άλλον πιθανό κόσμο. Η μόνη του κατάληξη θα είναι η εξόντωση της ζωής πάνω στη Γη. Το μόνο που ξέρει είναι η ηγεμονία, ο κόσμος ως ένα: μετρημένος, χαρτογραφημένος, «αναπτυγμένος» και καθιστάμενος ακατοίκητος από μια μακάβρια κούρσα προς το τέλος. Αν δεν γίνει τίποτα, το δικό μας τέλος θα έρθει πριν από το δικό τους. Δεν υπάρχει επιστροφή, όπως δεν υπάρχει και διατήρηση του στάτους κβο. Υπάρχει μόνο μια πορεία προς τα εμπρός, πότε αποφασιστική, πότε επικίνδυνη, με μόνη γνώση το από πού ερχόμαστε. Πρέπει να σπάσουμε το εθνικό μας πρίσμα και να σκεφτούμε μια πολιτική εξαρχής διεθνιστική: να ξαναφτιάξουμε έναν κόσμο καμωμένο από ένα πλήθος κόσμων. Κόσμοι που είναι συμβατοί και βαδίζουν προς την κατεύθυνσή να είναι συμβατοί, κόσμοι που τους διασχίζουν αγώνες και αντιφάσεις. Χρειάζεται να χτιστεί ένα κοινό σχέδιο ανάμεσα σε αυτούς τους κόσμους. Ένα σχέδιο που θα μας επιτρέψει να παρακάμψουμε την Αυτοκρατορία, να επισπεύσουμε την πτώση της και να φανταστούμε την επόμενη μέρα.

Επανάσταση;
Αργά ή γρήγορα, θα πέσουν / Ρήξη δια της επιμονής / Το οργανωτικό δίλημμα / Διάλεξε την τόλμη, μέτρησε το ρίσκο / Υπερασπίζοντας την επανάσταση / Η απόδειξη της λαϊκής εξουσίας
Το 2011, αυτό που οι σχολιαστές ονόμασαν «Αραβική Άνοιξη», οι εξεγερμένοι το ονόμασαν «θάουρα» (επανάσταση). Επανάσταση στην Μπουρκίνα Φάσο (2014), «επανάσταση της αξιοπρέπειας» στην Ουκρανία (2014), «ανοιξιάτικη επανάσταση» στη Μιανμάρ (2021), «επανάσταση των καιρών μας» στο Χονγκ Κονγκ (2019), επανάσταση της Τζίνα στο Ιράν (2022). «Επανάσταση! Επανάσταση! Επανάσταση!» φώναζε το πλήθος με τα κίτρινα γιλέκα στα Ηλύσια Πεδία (2019), θυμίζοντας στους πλούσιους του Παρισιού ένα ρεφρέν που βαραίνει σαν απειλή, μια απειλή που νόμιζαν ότι είχαν ξεφορτωθεί μια για πάντα.
Λίγα χρόνια μετά τη θεαματική της επιστροφή, το γεγονός ότι τόσοι λίγοι θέτουν το επαναστατικό ερώτημα μαρτυρά τη δύναμη της αντεπανάστασης που βρίσκεται σε εξέλιξη. Το γεγονός ότι τόσοι πολλοί άνθρωποι αναγνώρισαν τον εαυτό τους ως επαναστάτες δεν είναι σημάδι άστοχου ενθουσιασμού ή νεανικής ονειροπόλησης. Δεν πρέπει ποτέ να υποτιμούμε αυτό που αναγγέλλει το πραγματικό κίνημα. Αλλιώς κινδυνεύουμε να μας παρασύρουν οι χείμαρροι της ιστορίας.
Η επανάσταση δεν είναι ένα γεγονός προς διερεύνηση, μια θεωρία προς ανάπτυξη, ένα κρύο σώμα για μελέτες ανατομίας. Είναι ένα ερώτημα που θέτουμε στον εαυτό μας, στο «εμείς» που δίνει σχήμα σε αυτό το κείμενο. Και σε αντίθεση με ό,τι πάντα ισχυρίζονταν οι ιδεολόγοι, οι διανοούμενοι και οι προφήτες, η απάντηση δεν είναι ποτέ απόλυτη ή αιώνια. Μπορεί να είναι μόνο στιγμιαία, προσωρινή, περιστασιακή. Μια αναλαμπή αλήθειας. Επιδιώξαμε να μαζέψουμε τα σκόρπια θραύσματα, να τα συναρμολογήσουμε και να τα εξετάσουμε, για να δούμε τι έχουν να μας πουν για το μέλλον.

Αργά ή γρήγορα, θα πέσουν
Οι έφοδοι σε παλάτια και κοινοβούλια ξαναμπήκαν στη μόδα με τις εξεγέρσεις του 2011. Για πολλούς συμμετέχοντες, επανάσταση σήμαινε την πτώση του καθεστώτος. Αλλά οι ελπίδες που γέννησε η πτώση των κυβερνήσεων σε Υεμένη, Λιβύη, Αίγυπτο, Τυνησία και Ουκρανία κράτησαν λίγο. Αυταρχικές ή φιλελεύθερες υφαρπαγές, ξένη επέμβαση, οικονομική κρίση, εμφύλιος πόλεμος… Το να διώχνεις τους τυράννους δεν είναι συνώνυμο με τη νίκη της επανάστασης.
Αντίστροφα, η αποτυχία ανατροπής των καθεστώτων στη Συρία ή στο Ιράν δεν σήμανε απουσία επαναστατικών κατακτήσεων. Η απόρριψη της υποχρεωτικής μαντίλας και του ελέγχου της «ηθικής» που επιβάλλει η Ισλαμική Δημοκρατία ήταν μια ριζική ρήξη. Το ίδιο και η ικανότητα των Σύριων να αυτοοργανωθούν για να διαχειριστούν συλλογικά τα εδάφη που απελευθερώθηκαν από το Κράτος: μια μη αναστρέψιμη ρήξη με τον ολοκληρωτισμό του Άσαντ. Αυτό εξηγεί γιατί, δεκατρία χρόνια μετά, παρά τη βάναυση αντιεξεγερτική εκστρατεία, η σημαία της επανάστασης εξακολουθεί να κυματίζει ψηλά στις επαρχίες της βόρειας Συρίας που μένουν έξω από τον έλεγχο του καθεστώτος, όπως και στην επαναστατημένη επαρχία της Σουέιντα, στον νότο της χώρας. Και στη Συρία και στο Ιράν, η επανάσταση αποδείχθηκε υπαρξιακό σημείο καμπής, και η λαβή του καθεστώτος πάνω στα σώματα και στα μυαλά έχει εν μέρει σπάσει. Αργά ή γρήγορα, θα πέσουν.
Κανένα μεμονωμένο γεγονός δεν μπορεί να βάλει τέλος σε όλες τις μορφές κυριαρχίας. Για πολύ καιρό, το Grand Soir (η Μεγάλη Νύχτα) ήταν η κατεξοχήν εικόνα της επανάστασης. Αλλά η επανειλημμένη αποτυχία να επέλθει βαθιά και διαρκής αλλαγή μέσα από την «κατάληψη της κεντρικής εξουσίας», και οι αιώνιες εκκλήσεις των παραδοσιακών οργανώσεων να περιμένουμε μέχρι να «ωριμάσουν οι συνθήκες», οδήγησαν πολλούς να εγκαταλείψουν το ιδεώδες της πτώσης του καθεστώτος ως στρατηγικό ορίζοντα και να αναζητήσουν άλλες προοπτικές απελευθέρωσης.
Για πολλούς, από τα τέλη του περασμένου αιώνα, η επανάσταση είναι μια διαδικασία που αρχίζει χωρίς αναμονή. Μια αποφασισμένη αλλά σταδιακή πορεία προς έναν βαθύ μετασχηματισμό, που ενσαρκώνεται σε έναν αστερισμό γεγονότων, πράξεων, παρεμβάσεων, ιδεών, αισθημάτων και καθημερινών πρακτικών. El tiempo de la revolución es ahora (Ο καιρός της Επανάστασης είναι Τώρα!) λένε οι φεμινίστριες στην Αργεντινή. Η επανάσταση νοείται όχι πια ως κάτι μακρινό, αλλά ως τρόπος ζωής και ως αγώνας στο εδώ και τώρα.
Η πρόκληση είναι να αποσυναρμολογήσουμε τις δομές που μας καταπιέζουν. Η μείζων στρατηγική επιταγή είναι να πάψουμε να θυσιάζουμε τα μέσα, ή τον αγώνα ορισμένων, στο όνομα ενός σκοπού που πάντα αναβάλλεται. Αυτή η σύλληψη της πολιτικής ως μετασχηματισμού, και όχι ως κατάκτησης της εξουσίας, ξαναρίχνει την επαναστατική πολιτική στην πράξη και στο οικείο, εκεί που τόσο έλειπε από τη δουλειά τόσων οργανώσεων και ακτιβιστών. Πρόκειται για το χτίσιμο μιας ριζικά νέας ζωής, μιας νέας σχέσης με την κοινότητά σου, με την επιθυμία, με το χρήμα, με τη φροντίδα, ακόμα και με τον ίδιο σου τον αγώνα.
Το να βλέπεις την επανάσταση ως διαδικασία δεν είναι ασύμβατο με την πεποίθηση ότι η στιγμή της εξέγερσης είναι κεντρική σε αυτήν. Όποια κι αν είναι η έκβαση, μια εξέγερση είναι πάντα ένα αποφασιστικό γεγονός. Ακόμα και μέσα στην ήττα, αφήνει αδιάψευστες, ενσώματες εμπειρίες. Αναρίθμητοι σπόροι φυτρώνουν στο πέρασμά της. Αν, από την άλλη, η επανάσταση καταφέρει όντως να ρίξει ένα καθεστώς, τότε γεννιέται κάτι πολλά υποσχόμενο και επικίνδυνο.

Ρήξη δια της επιμονής
Το να σκεφτούμε την επανάσταση χωρίς ρήξη, μένοντας αδρανείς μπροστά στις αναπάντεχες ευκαιρίες, θα σήμαινε να αφήσουμε τις πράξεις μας να υπάρχουν ανεξάρτητα από τον κόσμο γύρω μας. Για πολλούς επαναστάτες, η επανάσταση ως σταδιακή διαδικασία σημαίνει το χτίσιμο υλικής και πολιτικής αυτονομίας, μέσα από συλλογικές ή εδαφικές μορφές αυτάρκειας. Αυτή η αναζήτηση της ρήξης με κάθε μορφή εξάρτησης από τα κέντρα εξουσίας, έχει απλωθεί στα δάση, στα βουνά και στις πόλεις του κόσμου. Το χτίσιμο της αυτονομίας γέννησε χώρους γερά ριζωμένους στον κόσμο, που πηγαίνουν κόντρα στην κολασμένη πορεία που επιβάλλει η Αυτοκρατορία. Η αυτονομία μπορεί να πάρει πολλές μορφές. Μπορεί να ριζώνει σε μια ιστορία χιλιάδων χρόνων, ή να είναι εντελώς καινούργια. Μπορεί να ενσαρκώνεται σε μια τοπική συνέλευση, έναν αγροτικό συνεταιρισμό, μια κοινοτική καντίνα, ένα σωματείο γειτονιάς, ένα διεθνές δίκτυο queer αλληλεγγύης ή μια κολεκτίβα μέσων ενημέρωσης.
Ωστόσο, το χτίσιμο της αυτονομίας, που κοστίζει σε χρόνο και ενέργεια, μπορεί εύκολα να γίνει φυγή, αν αγνοεί τις πραγματικές ιστορικές αλλαγές και δεν αφήνεται να δοκιμαστεί από αυτές. Ιδεολογικά «καθαρές» εξεγέρσεις δεν μπορούν να υπάρξουν ποτέ. Οι στιγμές της λαϊκής εξέγερσης είναι μοναδικές ευκαιρίες να δεκαπλασιαστούν οι δυνάμεις και να μεγαλώσει η κλίμακα των πειραμάτων. Αλλιώς, κινδυνεύουμε να γίνουμε μια απομονωμένη, «εναλλακτική» γωνιά, εύκολα αφομοιώσιμη από τον καπιταλισμό ή από το Κράτος. Το να μένουμε οχυρωμένοι πίσω από βεβαιότητες και από τη δική μας καθημερινή εμπειρία μάς καταδικάζει σε αέναη αποτυχία. Ο κίνδυνος να συλλάβουμε την αυτονομία ως αμετάβλητη μορφή, διανθισμένη πότε πότε με λίγη αναταραχή, μας κλειδώνει σε έναν πολιτισμικό πόλεμο χαρακωμάτων, που μόνο να τον χάσουμε μπορούμε, μπροστά στους κολοσσιαίους πόρους των αντιπάλων μας. Δεν μπορούμε να ζήσουμε όπως θέλουμε χωρίς να αποσυναρμολογήσουμε τους μηχανισμούς εξουσίας που ρυθμίζουν την κοινωνική ζωή και ελέγχουν τον τόπο όπου ζούμε. Αλλά δεν μπορούμε να αποσυναρμολογήσουμε τους μηχανισμούς εξουσίας μόνοι μας.
Οι εξεγέρσεις σπάνε την απομόνωση. Επιτρέπουν γιγάντια άλματα προς τα εμπρός. Γεννούν πρωτόγνωρες συμμαχίες και συνιστούν μια στιγμή μαζικής επίθεσης, χωρίς την οποία δεν υπάρχουν σημεία ανατροπής ούτε μη αναστρέψιμη αλλαγή. Είτε είμαστε μέλη ενός αγροτικού συνεταιρισμού είτε μιας κολεκτίβας μέσων ενημέρωσης, μιας ομάδας συνάφειας ή μιας μαζικής οργάνωσης, το να είμαστε σε εγρήγορση απέναντι στο ενδεχόμενο έκρηξης του πραγματικού κινήματος μάς επιτρέπει να αναπτύξουμε αποτελεσματικά τις δυνάμεις μας στις σύντομες ευκαιρίες που μπορεί να παρουσιαστούν.
Διαδικασία και γεγονός. Ίσως αυτή είναι η ολοκληρωμένη επανάσταση: η διασταύρωση δύο τρόπων να βλέπεις και να ζεις την επανάσταση. Από τη μια, το παρόν, υπομονετικό, συνεχιζόμενο χτίσιμο της αυτονομίας μας, η σχολαστική προετοιμασία της συνάντησής μας, το δυνάμωμα των δυνάμεών μας. Από την άλλη, ο εκρηκτικός χαρακτήρας της εξέγερσης, με την εξαιρετική της συμπύκνωση ενεργειών, την απαράμιλλη ανάπτυξη λαϊκής εξουσίας, τη δημιουργικότητά της. Οι ολοκληρωμένες επαναστάσεις γίνονται δυνατές μέσα από αλληλουχίες εξεγέρσεων που συναντούν και ξεπερνούν τα όριά τους, αναζητώντας εκείνη τη ρήξη δια της επιμονής, όπως είπε ένας Χιλιανός σύντροφος.
Δεν ξεκινάμε ποτέ από το μηδέν. Κάθε εξέγερση, κάθε πείραμα λαϊκής εξουσίας, κάθε έφοδος ενάντια στην Αυτοκρατορία είναι μέρος ενός βαθύτερου κινήματος, πίσω μας και μπροστά μας ταυτόχρονα, κάτω από την επιφάνεια και πέρα από τον ορίζοντα. Ένα παλιρροϊκό κύμα ξεκινά ως ανεπαίσθητο ρεύμα καταμεσής του ωκεανού. Και ξαναγίνεται ρεύμα αφού σκάσει στην ακτή. Πρέπει να μάθουμε να δρούμε τόσο ως υπόγειο ρεύμα όσο και ως τσουνάμι. Ίσως αυτό είναι το πλήρες νόημα του μάντρα της επανάστασης του Χονγκ Κονγκ: Be water my friend (γίνε νερό, φίλε μου).

Το οργανωτικό δίλημμα
Οι λαϊκές κινητοποιήσεις των καιρών μας υπήρξαν συχνά ετερογενείς και διάχυτες. Σπάνια τις καθοδήγησαν παραδοσιακές οργανώσεις και κατά κύριο λόγο δεν ορίστηκαν από προϋπάρχουσες πολιτικές ιδεολογίες. Η λίγο-πολύ αυθόρμητη και οριζόντια αυτοοργάνωση, όσο εντυπωσιακή κι αν ήταν στις πρώτες μέρες, δεν αρκούσε. Ο αποκεντρωμένος χαρακτήρας των κινημάτων μας ήταν ταυτόχρονα η δύναμη και η αδυναμία τους. Η έλλειψη σταθερής οργανωτικής ικανότητας ή μεσοπρόθεσμου και μακροπρόθεσμου στρατηγικού οράματος, σε συνδυασμό με τη δυσκολία να διατηρηθούν οι τακτικές του δρόμου, σήμαινε ότι εγκλωβιστήκαμε ανάμεσα στην καταστολή και την ενσωμάτωση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μας έλειψαν οι οργανώσεις που θα αναλάμβαναν την επαναστατική υπόθεση.
Στον Ισημερινό, στη διάρκεια της εξέγερσης του 2019, οι μεγάλες οργανώσεις των αυτοχθόνων και τα συνδικάτα μπόρεσαν να κινητοποιήσουν εκατομμύρια ανθρώπους από όλη τη χώρα και να τους φέρουν στην πρωτεύουσα για να πυκνώσουν τις γραμμές των εξεγερμένων. Χάρη στη δύναμη του καλέσματός τους, στους υλικοτεχνικούς τους πόρους και στις ικανότητες συντονισμού τους, το κίνημα μπόρεσε να αναμετρηθεί με τις αρχές σε πολλά μέτωπα και να επιτύχει τελικά την απόσυρση των επίμαχων κυβερνητικών μέτρων. Αυτή η εντυπωσιακή ικανότητα κινητοποίησης μάς θυμίζει τη πρακτική δύναμη των οργανώσεων, αλλά πρέπει να έχουμε στον νου μας και τους κινδύνους τους.
Πολλοί έχουν απογοητευτεί από τις ιστορικές οργανώσεις της αριστεράς εξαιτίας των γραφειοκρατικών τους τάσεων, των προσπαθειών τους να ενσωματώσουν το κίνημα ή της επιθυμίας τους να το καθοδηγήσουν. Η οργανωτική παρέμβαση κουβαλά πάντα τον κίνδυνο να περιορίσει την εξάπλωση της εξέγερσης και να χαλιναγωγήσει τη ριζοσπαστικότητα των αιτημάτων της, τη δημιουργικότητά της, ενίοτε ακόμα και τους νεογέννητους λαϊκούς θεσμούς της. Είτε προέρχονται από την ακροδεξιά, θρησκευτικούς φονταμενταλιστές ή από ορισμένες οργανωμένες παρυφές της αριστεράς, πάντα θα υπάρχουν ομάδες που θα επιδιώκουν να προωθήσουν τη δική τους ατζέντα μέσα στις εξεγέρσεις. Χωρίς οργανωτική και στρατηγική συνέπεια, είναι δύσκολο να εμποδιστούν αυτές οι φατρίες από το να αρπάξουν την εξουσία, και πάντα θα μένουμε στο έλεος των στρατηγικών τους.
Μια οργάνωση είναι ταυτόχρονα μια συμπύκνωση ενέργειας και πόρων, και ένα δίκτυο δεσμών ικανό να συγκροτήσει μια συλλογική δύναμη. Σε ορισμένα πλαίσια, οι οργανώσεις μπορεί να είναι αναγκαίες, όχι μόνο για να αποτραπεί η υφαρπαγή από αντιδραστικές ή φιλελεύθερες δυνάμεις, αλλά και για να βοηθηθεί ένα κίνημα να πετύχει τους στόχους του. Πώς όμως μπορεί να οριοθετηθεί η δύναμη των οργανώσεων μέσα σε μια εξέγερση; Πώς προφυλασσόμαστε από τις συγκεντρωτικές συνέπειες που αναπόφευκτα παράγουν οι οργανώσεις; Πώς χτίζουμε τη δύναμη του κινήματος συνολικά, και όχι μόνο τη δύναμη της οργάνωσης;
Μια γνήσια επαναστατική οργάνωση είναι ένα με το κίνημα: πασχίζει να θρέψει τη δύναμη των αναδυόμενων λαϊκών εξουσιών, να κρατήσει ζωντανή τη φλόγα της εξέγερσης, ακόμα και με το ρίσκο να σβήσει η ίδια. Και μπορεί να το κάνει μόνο αν αποφύγει να επιβάλει τη δική της ατζέντα, το δικό της δόγμα, τον δικό της τρόπο να κάνει ή να λέει τα πράγματα.
Σε πολλές εξεγέρσεις, πίσω από τον φαινομενικό αυθορμητισμό των μορφών αυτοοργάνωσης, μπορούμε να διακρίνουμε δεσμούς χτισμένους ανάμεσα σε ομάδες που προϋπήρχαν της στιγμής της εξέγερσης: τοπικές κοινότητες, πολιτικές εντάξεις, θρησκευτικοί ή παραδοσιακοί θεσμοί, επαγγελματικά ή αθλητικά σωματεία, που μαζί σχηματίζουν ένα υπόστρωμα που επιτρέπει να υπάρξει κάτι άλλο πέρα από το χάος. Πώς όμως μπορούμε, καταμεσής της αναταραχής, να διατυπώσουμε μια συνεκτική στρατηγική για τον συντονισμό μιας επανάστασης;
Στη διάρκεια της Σουδανικής επανάστασης, η διασταύρωση ανάμεσα στις οργανωτικές εμπειρίες του φοιτητικού κινήματος, των πρώην στελεχών του Κομμουνιστικού Κόμματος και των δυνάμεων που γεννήθηκαν από τη λαϊκή εξέγερση επέτρεψε να γεννηθούν οι επιτροπές αντίστασης. Οι πιο ελπιδοφόρες εμπειρίες υπήρξαν εκείνες όπου προέκυψε μια συνάντηση ανάμεσα στις κομματικές μορφές, χτισμένες σε πολλά χρόνια, και στις νέες μορφές που γέννησε το ίδιο το γεγονός. Οι συναντήσεις αυτές συμβαίνουν μόνο όταν και τα δύο μέρη μεταμορφώνονται. Η προθυμία για αλλαγή είναι απαραίτητη για κάθε επαναστατική δύναμη. Κάνε σχέδια: αλλά σχεδίασέ τα με μολύβι.

Διάλεξε την τόλμη, μέτρησε το ρίσκο
Από καμία μεμονωμένη δύναμη δεν μπορούμε να αναμένουμε να καταστρώσει ένα σχέδιο για όλους μας. Το να σκεφτόμαστε τον εαυτό μας ως μέρος ενός κινήματος που μας ξεπερνά, και όχι ως μια οργάνωση ή μια σέχτα που πρέπει να υπερασπιστούμε πάση θυσία, σημαίνει να φερόμαστε και να σκεφτόμαστε συμπληρωματικά, όχι ανταγωνιστικά. Η μεγιστοποίηση της δύναμης ενός κοινού, συλλογικού κινήματος σημαίνει να βρίσκουμε τον καλύτερο συνδυασμό τακτικών που ταιριάζει στην κατάσταση του κάθε επιμέρους κομματιού. Το κουρδικό κίνημα συνδυάζει τον ένοπλο αγώνα με την εκλογή δημάρχων και βουλευτών στην τουρκική εθνοσυνέλευση. Το ειρηνιστικό κίνημα αντίστασης για τη δημοκρατία στη Βιρμανία μετασχηματίστηκε σε ένοπλο αγώνα με τη στήριξη μιας διασποράς που μαζεύει χρήματα μέσα από queer εκδηλώσεις και διαδικτυακά βιντεοπαιχνίδια. Οι Λιβανέζοι επαναστάτες έχτισαν αυτοδιαχειριζόμενους συνεταιρισμούς και ταυτόχρονα προσπάθησαν να ξαναπάρουν στα χέρια τους τις επαγγελματικές ενώσεις.
Να αποφεύγουμε τη φετιχοποίηση του ενός τρόπου δράσης έναντι του άλλου και να δοκιμάζουμε νέες διασταυρώσεις. Το να πηγαίνεις κόντρα στις τακτικές και ιδεολογικές ακαμψίες ανοίγει νέους τρόπους άρθρωσης των στρατηγικών του μετασχηματισμού. Κανείς δεν μπορεί να πει εκ των προτέρων τι πρέπει να είναι μια επαναστατική πράξη. Ένα κίνημα δυναμώνει αν ακούει, εξερευνά και συνδέει τις διαφορετικές σφαίρες αγώνα που αμφισβητούν το στάτους κβο. Πρέπει να αποφεύγουμε τον μαχητικό δογματισμό και την αισθητική πόζα, χωρίς ποτέ να παραμελούμε την ηθική μας καλλιέργεια.
Τα ηθικά ερωτήματα δεν είναι παρεμπίπτοντα για την επαναστατική στρατηγική, είναι η καρδιά της. Το να επεξεργαζόμαστε το πώς θα κάνουμε πράγματα μαζί είναι ουσιώδες. Το ίδιο και το να μετράμε τα ρίσκα που είμαστε διατεθειμένοι να πάρουμε για τον εαυτό μας και για τους άλλους. Να κρατάμε επαφή με ό,τι μετρούσε στην αρχή. Να θυμόμαστε πάντα τι μας ξεχωρίζει από τις αντεπαναστατικές δυνάμεις. Τέτοιες αρχές μάς επιτρέπουν να βρίσκουμε τον δρόμο μας μέσα στην καταιγίδα μιας εξέγερσης. Όπως έλεγαν οι Αργεντίνοι σύντροφοί μας, αν δεν θέλουμε να αναπαραγάγουμε το είδος της εξουσίας που πολεμάμε, δεν πρέπει να την αντιμετωπίζουμε κατά μέτωπο, ούτε να τη βλέπουμε ως αντίζηλο. Από το φαινόμενο του καθρέφτη, κοιτώντας ο ένας τον άλλον κατάματα, καταλήγουμε πάντα να μιμούμαστε τους αντιπάλους μας. Όταν οι επαναστατικές δυνάμεις ελπίζουν να νικήσουν τα κέντρα εξουσίας στο δικό τους παιχνίδι, γίνονται μια παραμορφωμένη και παραπλανημένη αντανάκλασή τους.
Ο δρόμος της στρατηγικής συνάρθρωσης των κινημάτων περνά και από τη μάθηση μέσα από την εμπειρία. Τα τελευταία χρόνια, είδαμε ξανά και ξανά πώς τα κινήματα που επικεντρώνονται στη θεσμική οδό, κυνηγώντας τη συγκεκριμένη αλλαγή εις βάρος του χτισίματος της πολιτικής και υλικής αυτονομίας, τις περισσότερες φορές ενσωματώνονται στο σύστημα. Και όσα υποθέτουν ότι μπορούν να ακολουθήσουν παράλληλα και την εξεγερτική και τη θεσμική οδό βρίσκονται εξαντλημένα. Στην Αργεντινή, οι φεμινίστριες έσπασαν την παραλυτική διχοτομία μεταξύ μεταρρύθμισης και επανάστασης, βλέποντας δυνητικές νίκες στην εφαρμογή άμεσων θεσμικών μεταρρυθμίσεων, όπως η νομιμοποίηση της άμβλωσης. Αλλά τελικά το κίνημα, πολιορκημένο από φασιστικές δυνάμεις, μετά από αρκετές ήττες στο θεσμικό πεδίο και άγονες συμμαχίες με έναν ανίσχυρο και απαξιωμένο προοδευτισμό, βρέθηκε ανίκανο να διαφυλάξει την εσωτερική του δύναμη. Το μέσο για την πολιτική αυτονομία χάθηκε. Δεν υπήρχε εφεδρική στρατηγική όταν η θεσμική οδός απέτυχε.
Τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα όσο και οι Podemos στην Ισπανία μοιάζουν να έφτασαν στο ίδιο αδιέξοδο όταν επικεντρώθηκαν στους θεσμικούς χώρους εξουσίας: αυτό που ακολούθησε ήταν η αποσύνδεση από τη λαϊκή κινητοποίηση, ο συμβιβασμός με τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, η γενικευμένη απογοήτευση και ένα αίσθημα προδοσίας. Αλλά το να μένεις έξω από τους θεσμούς δεν είναι ούτε στόχος ούτε ζήτημα αρχής. Μια μεταρρύθμιση, μια εκλογική αναμέτρηση, ίσως ακόμα και μια προεδρική υποψηφιότητα μπορούν σε ορισμένες καταστάσεις να υπηρετήσουν την επαναστατική υπόθεση. Πρέπει να φροντίζουμε τέτοιες στιγμές να δυναμώνουν το επαναστατικό κίνημα και την αυτονομία του, και να μην είναι απλώς μια ευκαιρία να εκτοξευθεί η πολιτική καριέρα των αναπόφευκτων καιροσκόπων. Στο ζήτημα της τακτικής και της επινόησης στρατηγικών, η εφευρετικότητα είναι αυτή που ανοίγει νέους δρόμους.

Υπερασπίζοντας την επανάσταση
Όταν τα κέντρα χάνουν πολιτικό έδαφος, παρεμβαίνουν τα όπλα. Αυτό το ζοφερό δεδομένο καταδικάζει τις περισσότερες επαναστάσεις στον πόλεμο. Η προσφυγή στον ένοπλο αγώνα σπάνια είναι στρατηγική επιλογή. Είναι το επίπεδο της κρατικής βίας που καθορίζει αν και πότε οι επαναστάτες αναγκάζονται να πάρουν τα όπλα. Ο ειρηνισμός δεν μπορεί να αμυνθεί απέναντι σε ένα Κράτος, ή σε ομάδες μέσα σε αυτό, που είναι έτοιμες να εξοντώσουν έναν ολόκληρο πληθυσμό για να καταπνίξουν μια εξέγερση. Αλλά η είσοδος των όπλων σε ένα επαναστατικό κίνημα είναι πάντα απειλή για την επιβίωσή του, γιατί όταν μπαίνουν στη σκηνή, επηρεάζεται ολόκληρο το κίνημα. Πολλοί επαναστάτες έχουν περιγράψει πώς η στρατιωτικοποίηση, τούς αποκόπτει από την ενεργό συμμετοχή στην εξέγερση, όταν το «είμαι επαναστάτης» γίνεται συνώνυμο με το «κουβαλάω όπλο». Οι γυναίκες και τα έμφυλα ανυπότακτα άτομα ιδίως βρίσκονται συχνά περιθωριοποιημένα από τη στρατιωτικοποίηση μιας εξέγερσης. Η χρήση της ένοπλης βίας σημαδεύει ανεπίστρεπτα την πορεία ενός κινήματος και χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί μια ολοένα και πιο βίαιη καταστολή του συνολικού πληθυσμού από το Κράτος. Η πρώτη μας έγνοια πρέπει να είναι το πάρσιμο των όπλων να μην αλλάξει ριζικά τους στόχους, τη σύνθεση και την πολιτική υφή ενός κινήματος. Όταν το πάρσιμο των όπλων είναι αναπόφευκτο, πρέπει να καταβάλλονται προσπάθειες ώστε ο ένοπλος αγώνας να μη γίνει ο μοναδικός ορίζοντας της εξέγερσης. Η επιβίωση στο στρατιωτικό πεδίο δεν μπορεί να είναι ο μόνος μοχλός κοινωνικής αλλαγής.
Όταν οι ένοπλες δυνάμεις ενός Κράτους αυτομολούν, όπως στην Τυνησία και στην Αίγυπτο το 2011, κάτι αποφασιστικό παίζεται. Τα άτομα που αυτομολούν φέρνουν συχνά τα όπλα τους μαζί τους, σπάνια όμως αρκετά για να αντιπαρατεθούν στο οπλοστάσιο ενός κράτους. Η πρόσβαση στα όπλα και στους οικονομικούς πόρους για την αγορά τους γίνεται το άλφα και το ωμέγα του επαναστατικού αγώνα, δικαιολογώντας συχνά συμμαχίες που, όσο συνετές κι αν μοιάζουν τη δεδομένη στιγμή, αποδεικνύονται σύντομα επικίνδυνες, ακόμα και μοιραίες.
Δυστυχώς, ο στρατιωτικός συσχετισμός δυνάμεων καθορίζει συχνά τα περιθώρια της επανάστασης. Ο βαθιά ασύμμετρος χαρακτήρας της αναμέτρησης με τον κρατικό μηχανισμό και τις υπερδυνάμεις βάζει τους επαναστάτες σε σοβαρά μειονεκτική θέση. Η Συρία και το Σουδάν, δύο από τις πιο ελπιδοφόρες και πιο ολοκληρωμένες επαναστάσεις των καιρών μας, το έζησαν με οδύνη. Πόλεις και χωριά έγιναν συντρίμμια και πνίγηκαν στο αίμα. Εκατομμύρια εκτοπίστηκαν από τα σπίτια τους. Το τραύμα θα χρειαστεί γενιές για να γιατρευτεί.
Η νίκη για ένα κίνημα αντίστασης ή ένα επαναστατικό κίνημα συχνά δεν κρίνεται στο να έχεις όσο το δυνατόν περισσότερα όπλα, αλλά στο να εμποδίσεις τους αντιπάλους να χρησιμοποιήσουν τα δικά τους. Το ζήτημα της υπεράσπισης της επανάστασης είναι εξίσου στρατιωτικό όσο και πολιτικό. Όπου είναι δυνατόν, το στοίχημα μπορεί να είναι να επιχειρήσουμε, όσο υπάρχει ακόμα χρόνος, να απενεργοποιήσουμε όσο πιο αποτελεσματικά γίνεται τον στρατιωτικό μηχανισμό. Να αποκλείσουμε στρατόπεδα, να φυλακίσουμε στρατηγούς, να αφοπλίσουμε θεσμούς.
Αλλά ακόμα κι αν το πετύχουμε, τι γίνεται μετά; Τι μπορεί να γίνει όταν μια εξωτερική επέμβαση ή μια απόπειρα εσωτερικής ανάσχεσης επιχειρεί να ξαναπάρει τον έλεγχο με τη βία; Κι ακόμα κι αν αυτό δεν συμβεί, τι γίνεται με τις πολιτοφυλακές και τις ένοπλες συμμορίες που, όπως στην Αϊτή και στον Ισημερινό, προσπαθούν να εκμεταλλευτούν την κατάσταση; Όταν παρεμβαίνουν τα όπλα, μια λαϊκή εξέγερση μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε μια κακοφωνία ανταγωνιζόμενων αυταρχισμών, παραδίδοντας τους ανθρώπους στα χέρια των πολέμαρχων.
Η σχέση ανάμεσα στο τοπικό και στο διεθνικό, και η φύση των δεσμών που χτίζονται ανάμεσα στους λαούς, στις επαναστατικές δυνάμεις και στις λαϊκές οργανώσεις σε όλη την υφήλιο, είναι κρίσιμες για να μη μένουν οι εξεγέρσεις απομονωμένες. Η διεθνής υποστήριξη είναι μείζον πλεονέκτημα στο πλευρό των επαναστατών, ικανό να ασκήσει σημαντική πίεση ανάλογα με την κατάσταση. Στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να αποτρέψει την αιματοχυσία, και τουλάχιστον να κερδίσει χρόνο για την οργάνωση της αυτοάμυνας. Αυτός είναι ένας από τους ορίζοντες του επαναστατικού διεθνισμού.

Η απόδειξη της λαϊκής εξουσίας
«Γιατί να χτίσουμε μια “αντι-εξουσία”; Εμείς είμαστε ο λαός. Εμείς πρέπει να έχουμε την εξουσία!» Αυτή η σκέψη, διατυπωμένη από έναν διαδηλωτή με κίτρινο γιλέκο σε μια συνέλευση στη Γαλλία, είναι ίσως η καλύτερη έκφραση του πόθου για λαϊκή εξουσία που έχουμε ακούσει. Η επανάσταση που αναζητούμε δεν είναι ούτε η άρνηση της εξουσίας, ούτε η απόρριψή της. Αυτό θα σήμαινε να αφήνουμε αιώνια την εξουσία στα χέρια των αντιπάλων μας. Δεν μπορούμε να αρκούμαστε στο να είμαστε πάντα ένα φράγμα, ένα φρένο, μια αντιπολίτευση, έστω και μόνιμη, στην κυριαρχία των κέντρων εξουσίας. Η λαϊκή εξουσία είναι, αντίθετα, η ενεργή αναζήτηση και το ζωντανό χτίσιμο ενός συλλογικού τρόπου να σφυρηλατηθεί μια νέα νομιμοποίηση, να ασκηθεί ένα διαφορετικό είδος εξουσίας.
Οι πρόσφατες εξεγέρσεις παντού επιδίωξαν να αυξήσουν τη λαϊκή εξουσία, ή τουλάχιστον να εμποδίσουν την υφαρπαγή της εξουσίας από τους λίγους. Κάποιοι, στη Συρία, στο Χονγκ Κονγκ, στην Ουκρανία ή στην Αλγερία, νόμισαν ότι το πετυχαίνουν απαιτώντας ένα δημοκρατικό κράτος. Ή απαιτώντας την κατάργηση ή την αποχρηματοδότηση της αστυνομίας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ή ένα μόνιμο Δημοψήφισμα Λαϊκής Πρωτοβουλίας στη Γαλλία. Ή διώχνοντας τους Γάλλους νεοαποικιοκράτες και τους συνεργούς τους στη Δυτική Αφρική. Ή εγκαθιδρύοντας τον συνομοσπονδισμό στο Κουρδιστάν, ή αλλάζοντας το σύνταγμα στη Χιλή. Οι εξεγερμένοι ήθελαν περισσότερη εξουσία, αλλά αυτό δεν σήμαινε πάντα ότι ήθελαν να κυβερνήσουν.
Άλλοι, όπως κάποιοι από εμάς, σκέφτηκαν ότι η επέκταση της εξουσίας του λαού σήμαινε πάνω απ’ όλα το χτίσιμο λαϊκής εξουσίας στην καρδιά και στον απόηχο της εξέγερσης. Να αρχίσουμε να χτίζουμε από τα κάτω, από ό,τι είχε ήδη αρχίσει να μεταλλάσσεται, τις αρχές της αυτοδιακυβέρνησης που θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως αρχιτεκτονική για την επόμενη μέρα της εξέγερσης. Να χτίσουμε αυτόνομη εξουσία χωρίς να την αφήσουμε σε λίγες πρωτοπορίες, ηγέτες, αξιωματικούς ή νέες κυβερνήσεις. Να αφαιρέσουμε την κεντρική εξουσία και να χτίσουμε τη λαϊκή εξουσία.
Μετά την πτώση του καθεστώτος, οι επιτροπές αντίστασης της Σουδανικής επανάστασης, αντιμέτωπες με τις αντιφάσεις και την παράλυση της πρώτης μεταβατικής κυβέρνησης, συνέταξαν μια πρόταση για το μέλλον της χώρας, ώστε να μην αφήσουν το πεδίο στους πολιτικούς της παλιάς φρουράς. Η Χάρτα για την Εγκαθίδρυση της Λαϊκής Εξουσίας σκιαγραφεί μια νέα μορφή διακυβέρνησης. Προτείνει την εγκαθίδρυση ενός τοπικά ριζωμένου, από τα κάτω συστήματος εξουσίας, στο οποίο οι πολιτικές και λαϊκές μορφές οργάνωσης που αναδύθηκαν από την επανάσταση διατηρούν λόγο στη νομοθετική διαδικασία και στην ισορροπία των εξουσιών. Απαιτεί επίσης τη δίκαιη κατανομή του πλούτου της χώρας και το τέλος της λεηλασίας από τις ξένες δυνάμεις, όποιες κι αν είναι αυτές. Με αυτή την πρόταση, οι Σουδανοί προσπαθούσαν να υπερασπιστούν την επανάσταση χωρίς προσφυγή στα όπλα. Αν και η Σουδανική επανάσταση μοιάζει στριμωγμένη σε ένα αιματηρό αδιέξοδο, σίγουρα δεν έχει πει την τελευταία της λέξη. Όπως είπε κάποτε ένας Σουδανός σύντροφος: η επανάσταση έχει γίνει θρησκεία στο Σουδάν.
Στο Μεξικό, ο αγώνας για την αυτονομία των λαϊκών εξουσιών και την υπεράσπιση της επανάστασης δεν έπαψε ποτέ από την πρώτη δεκαετία των εξεγέρσεων του 1910, που οδήγησαν στη συγκρότηση του μεξικανικού κράτους. Για πάνω από εκατό χρόνια, παρά την κατάληψη της εξουσίας από το Θεσμικό Επαναστατικό Κόμμα για δεκαετίες ολόκληρες, παρά τις απόπειρες φιλελεύθερης αντεπανάστασης με τη στήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών και τις προδοσίες της σοσιαλδημοκρατικής αριστεράς, μια υπομονετική στρατηγική σοφία υφάνθηκε σε κάθε έδαφος, από τις απομακρυσμένες κοινότητες των αυτοχθόνων ως τις εργατικές συνοικίες των μεγαλουπόλεων. Κινήματα βάσης κατοίκων παραγκουπόλεων ή συνδικάτα αγροτοδασκάλων, συμβούλια αυτοχθόνων, κοινοτικές αστυνομικές δυνάμεις, συνοικιακά συμβούλια και αυτόνομες δομές υγείας άνθισαν σε μια χώρα που φημίζεται ως «μία από τις πιο βίαιες του κόσμου». Πουθενά αλλού η κοινοτική εξουσία δεν έχει φτάσει τόσο μακριά. Αν και αυτά τα πειράματα εξακολουθούν να απειλούνται από πολλές αντιδραστικές δυνάμεις και να αντιμετωπίζουν τη διαφθορά των αρχών, έχουν αποδείξει την ικανότητά τους να ριζώνουν και να αντιστέκονται για δεκαετίες.
Η λαϊκή εξουσία είναι το αντίθετο της αδυναμίας. Σημαίνει να παίρνουμε τον χρόνο για να ανέβουμε τα σκαλιά ένα ένα, και να μη βασιζόμαστε σε εκείνους που θέλουν να αιχμαλωτίσουν την ψήφο μας. Λαϊκή Εξουσία. Δύο λέξεις στη γυμνή τους απλότητα. Εξουσία ως η ικανότητα να δρας, να αποφασίζεις, να υλοποιείς. Λαϊκή ως ποικιλόμορφη, ως άμεση, ως εγκάρσια, ως εδώ, ως παντού, ως τώρα. Η λαϊκή εξουσία ως εγγύηση απέναντι σε κάθε νέα εκλογική προδοσία, ως επίθεση στο στάτους κβο, ως το μόνο αντίδοτο στον φασισμό.
*
* *

Αν η επανάσταση είναι ένα ανοιχτό ερώτημα, τότε δεν μπορούμε ούτε να την νικήσουμε ούτε να την χάσουμε. Μόνο οι μάχες κερδίζονται ή χάνονται. Πάντα μερικές, καμιά φορά αποφασιστικές, ποτέ οριστικές. Η επανάσταση είναι ο άσβεστος πόθος της αξιοπρέπειας, και η αδιάκοπη αναζήτηση, εδώ και αρκετές χιλιετίες, του πώς να την ενσαρκώσουμε πάνω σε αυτή τη Γη.
Πώς μπορούν οι νεογέννητες λαϊκές εξουσίες να προστατευτούν από τον κίνδυνο του εμφυλίου πολέμου; Υπάρχει εναλλακτική στο πάρσιμο των όπλων, ή είναι αναπόφευκτος ορίζοντας της επανάστασης; Είναι η εγκαθίδρυση μιας επαναστατικής εξουσίας σε «εθνική» κλίμακα, στη θέση εκείνης που πολεμάμε, απαραίτητο στάδιο για να γίνει η αλλαγή μη αναστρέψιμη; Ή, αντίθετα, πρέπει να στεριώσουμε παντού σε όλο τον κόσμο τη λαϊκή εξουσία για να μην μπορέσει να τη χαλιναγωγήσει κανένας νέος κρατικός μηχανισμός, όσο επαναστατικός κι αν είναι;
Δεν έχουμε τις απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα, που τόσοι επαναστάτες έχουν ήδη θέσει. Η αναζήτηση μιας θεωρίας που θα έδινε τη μυστική συνταγή της νίκης είναι μια αδιέξοδη πρακτική. Υπάρχει μόνο ο πειραματισμός, τα στοιχήματα και οι λίγο-πολύ γόνιμες στρατηγικές συνθέσεις. Κάποιοι θα θεμελιώσουν τις απαντήσεις τους στη δύναμη των επαναστατικών οργανώσεων, άλλοι στις αναδυόμενες μορφές εδαφικής εξουσίας, άλλοι πάλι στην ενοποιητική δύναμη των θρησκειών και των ιδεολογιών. Και άλλοι σε ένα έξυπνο μείγμα όλων αυτών.
Ο δρόμος της επανάστασης δεν είναι μια ευθεία γραμμή. Θα μοιάζει με μια γραμμή από αστέρια, μια σειρά από αναφλέξεις που φωτίζουν τη νύχτα, καθεμιά δείχνοντας τον δρόμο πιο καθαρά από την προηγούμενη, ώσπου να περάσουμε επιτέλους το σημείο χωρίς επιστροφή.

Ξεκινώντας από την αρχή
«Και την αυγή, οπλισμένοι με φλογερή υπομονή, θα μπούμε στις λαμπρές πολιτείες»
Τα τελευταία πέντε χρόνια, ύστερα από μια σειρά συναντήσεων, αρχίσαμε να υφαίνουμε ένα δίκτυο που υπερβαίνει τα σύνορα, ριζωμένο σε μύριους χώρους και εδάφη αποφασισμένα να αυτοκυβερνηθούν. Είναι ένα δίκτυο από άτομα και συλλογικότητες εμπνευσμένα από τον κύκλο των λαϊκών εξεγέρσεων που ξέσπασαν από το 2011 και μετά, που βλέπουν σε αυτές μια πηγή ενέργειας και ένα σήμα των μεγάλων ανατροπών που έρχονται.
Ανοίξαμε έναν χώρο όπου οι επαναστάτες των επιτροπών αντίστασης του Χαρτούμ μπορούν να ανταλλάσσουν ιδέες και αναλύσεις με φεμινίστριες και μέλη των εδαφικών συνελεύσεων του Σαντιάγο. Όπου η αποφασισμένη νεολαία των χωριών GotaGoGama της Σρι Λάνκα σμίγει με ανθρώπους των οικολογικών αγώνων της Γαλλίας και των Ηνωμένων Πολιτειών. Όπου κινήματα βάσης από τις εργατικές συνοικίες της Πόλης του Μεξικού συνομιλούν με μέλη των τοπικών συμβουλίων της εξεγερμένης Συρίας, και Λιβανέζοι και Ιρακινοί αγρότες συνδέονται με τους αυτόχθονες λαούς της Άμπια Γιάλα. Μόλις έναν μήνα μετά την εξέγερση στο Ιράν το 2022, Ιρανοί εξόριστοι μπόρεσαν να συζητήσουν με ακτιβιστές κινημάτων βάσης της Δυτικής Αφρικής τι σημαίνει η πτώση του καθεστώτος και ποιο είναι το νόημα της λέξης «επανάσταση».
Από εκεί, βαλθήκαμε να βάλουμε τα θεμέλια για ένα νέο είδος διεθνικής δύναμης. Μια δύναμη που θα μπορεί να αντλεί από το κοινό ταμείο των εμπειριών και των αναλύσεών μας και θα δίνει στον εαυτό της τα μέσα ώστε αυτές να μεταφράζονται σε δράση. Μια δύναμη ικανή να στηρίζει έμπρακτα τα παρόντα και τα μελλοντικά κινήματα και εξεγέρσεις.
I. Δημιουργία ενός διεθνικού χώρου διασύνδεσης
Το πρώτο μας καθήκον είναι να εξασφαλίσουμε ότι μπορούμε να συναντιόμαστε. Να πολλαπλασιάσουμε τους δεσμούς ανάμεσα στα διάφορα κέντρα του αναδυόμενου επαναστατικού κινήματος σε όλο τον κόσμο. Να δημιουργήσουμε τις υλικές και υλικοτεχνικές προϋποθέσεις για μια πλανητική συζήτηση μέσα στην οποία θα ανανεωθούν οι προσεγγίσεις της επανάστασης. Θέλουμε να δημιουργήσουμε έναν χώρο που θα μας επιτρέψει να πάμε πέρα από τους υπάρχοντες δεσμούς και θα κάνει δυνατή τη γέννηση μιας κοινής στρατηγικής. Είναι σημαντικό αυτός ο νέος χώρος να έχει διάρκεια και γεωγραφική ποικιλία, ώστε όσο το δυνατόν περισσότεροι άνθρωποι να αναγνωρίζουν σε αυτόν κάτι δικό τους, κάτι που να μιλά στην εμπειρία και στις ελπίδες τους.
II. Συγκέντρωση και πολλαπλασιασμός των πόρων μας
Δεν υπάρχει επαναστατική δύναμη χωρίς υλική ισχύ. Το να κάνουμε τις προοπτικές μας σαφείς και ρητές, το να διευρύνουμε και να πολλαπλασιάζουμε τις μετακινήσεις ανάμεσα στα εδάφη μας, μας δίνει τη δυνατότητα να βρούμε υλικούς και οικονομικούς πόρους, αλλά και συμμάχους και εργαλεία που, μπαίνοντας σε κοινό ταμείο, θα αυξήσουν την ικανότητά μας για δράση.
Θέλουμε να στήσουμε το συντομότερο δυνατόν ένα δίκτυο υλικής αλληλοβοήθειας, ώστε να μπορούμε να προσφέρουμε γρήγορα στήριξη σε πολέμους, κλιματικές καταστροφές ή επαναστάσεις, και ταυτόχρονα να χτίζουμε τις μακροπρόθεσμες υποδομές που θα επιτρέψουν στους αγώνες μας να γίνουν αυτοσυντηρούμενοι σε βάθος χρόνου. Η ισορροπία αυτών των δύο χρονικοτήτων είναι αναγκαία για να επιβιώσουν τα κινήματά μας, να κρατήσουν την ανεξαρτησία τους και να δυναμώσουν.
Οι πόροι που διαθέτουμε στη δική μας μικρή κλίμακα μπορεί δικαίως να μοιάζουν απειροελάχιστοι μπροστά στο μέγεθος του έργου. Αλλά όλοι έχουμε ζήσει στιγμές όπου όχι μόνο όλα έμοιαζαν δυνατά, αλλά όλα συνέβαιναν, με κάθε χειρονομία να γεννά δεκάδες άλλες στον δρόμο. Η επαναστατική αλληλοβοήθεια, όπως και το θάρρος, μπορεί να γίνει μεταδοτική όταν έρθει η ώρα.
III. Χαρτογράφηση ενός πλανήτη φιλικών τόπων
Για να συναντηθούμε και να οργανωθούμε, χρειαζόμαστε τόπους. Εχέμυθους αλλά προσβάσιμους τόπους υποδοχής, στους οποίους να μπορεί να στραφεί οποιοσδήποτε αναγκάζεται να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του. Χρειαζόμαστε τόπους καταφυγής, απόσυρσης, φροντίδας και προστασίας, τόπους όπου να βρίσκουμε λίγη ανάσα και να «γεμίζουμε τις μπαταρίες μας». Και ακόμα, τόπους αφιερωμένους στα ζητήματα του βιοπορισμού και της εκπαίδευσης, αλλά και τόπους για να χορεύουμε, να παίζουμε μουσική, να μοιραζόμαστε ταινίες, να δημιουργούμε μαζί και να τρώμε καλά. Πολλοί από αυτούς τους τόπους υπάρχουν ήδη, περιμένουν όμως να μπουν σε έναν κοινό χάρτη. Η σύνδεση αυτών των τόπων θα είναι σαν μια διαδικασία πλανητικού γειτονέματος, μια μουτζάουαρα, όπως λένε οι Λιβανέζοι σύντροφοί μας. Θα δώσει υλική υπόσταση στον κοινό μας όρκο, από γειτονιά σε γειτονιά, από χωριό σε χωριό, από αγρόκτημα σε αγρόκτημα.
Φυσικά, δεν έχουμε όλοι τον ίδιο βαθμό κινητικότητας. Το χτίσιμο ασφαλών και αξιοπρεπών δρόμων εξορίας, με τη φαντασία πολλαπλών διασυνδεδεμένων εδαφών και σταθμών που θα διευκολύνουν τη φυγή και τη μετακίνηση, είναι μια μεγάλη πρόκληση. Να βρούμε κανάλια και κόλπα που θα μας επιτρέπουν να παρακάμπτουμε τα φυσικά και διοικητικά εμπόδια και, πού και πού, να μαζευόμαστε μαζικά σε οργανωμένα κονβόι. Και ας γίνουν αυτοί οι δρόμοι, σταθμοί για ταξίδια επιστροφής, πηγαινέλα, καθώς τα κρατικά σύνορα θα ραγίζουν κάτω από την επίμονη δράση των ροών μας.
IV. Παραγωγή μιας διεθνικής επαναστατικής κουλτούρας
Να διαδώσουμε τις αναλύσεις μας, να τις συγκρίνουμε, να αφήσουμε τις εμπειρίες των συντρόφων μας από διαφορετικά μέρη του κόσμου να ακουστούν παντού, ώστε να χτίσουμε μαζί μια πολιτική παιδεία αντάξια των καιρών μας. Μεσοπρόθεσμα, να βάλουμε σε κίνηση τα μέσα για μια μεγάλη πολιτισμική επίθεση σε καθεμιά από τις χώρες μας, που θα ενθαρρύνει την επιστροφή ενός αδέσμευτου λαϊκού διεθνισμού. Να δουλέψουμε πάνω στο χτίσιμο συνεργειών ανάμεσα σε διαφορετικά είδη πολιτικών, εδαφικών και κοινοτικών οργανώσεων, ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης, κανάλια επικοινωνίας και πολιτιστικούς χώρους.
Το έργο που έχουμε μπροστά μας είναι να ξαναδώσουμε νομιμοποίηση στην επαναστατική προοπτική, και τρόπους ώστε οι αγώνες μας να αντιμετωπίζουν την απομόνωση. Να αφηγηθούμε ιστορίες και εμπειρίες που οι αντίπαλοί μας θέλουν να μένουν διαχωρισμένες και ξέχωρες. Να συνδέσουμε τα διαφορετικά μέτωπα μέσα σε ένα διεθνές επαναστατικό κίνημα, όσα υπάρχουν ήδη και όσα μένει να χτιστούν. Μπορούμε να βλέπουμε τα αστέρια χωριστά στον ουρανό, ή μπορούμε να τα βλέπουμε ως αστερισμούς.

Ανάμεσα στο απίθανο και στο δυνατό
Κάθε όνειρο, κάθε ελπίδα για μια διαφορετική ζωή κρέμεται σε μια εύθραυστη ισορροπία και ταλαντεύεται ανάμεσα στη σκιά της αμφιβολίας και στη λάμψη της βεβαιότητας. Στεκόμαστε σε ένα σταυροδρόμι όπου οι πόθοι της αλλαγής συγκρούονται με τις πραγματικότητες ενός κόσμου που καταρρέει. Μπορούμε να συνεχίσουμε να παρακολουθούμε την Αυτοκρατορία να μας σέρνει στην άβυσσο, κάνοντας πως δεν ξέρουμε και δεν καταλάβαμε τίποτα. Μπορούμε να παραδοθούμε στον γενικό πανικό ή να γονατίσουμε, προσκυνημένοι, περιμένοντας το τέλος.
Ή μπορούμε να οργανώσουμε σχολαστικά ένα σχέδιο εξόδου, ποντάροντας ότι μπορούμε να αποσπάσουμε ένα εφικτό μέλλον από ένα απίθανο παρόν. Χρειάζεται να βρούμε έναν επαναστατικό ορίζοντα, όχι απλώς για να επιβιώσουμε, αλλά για να ζήσουμε μια ζωή που να αξίζει να τη ζεις.
Τώρα είναι η ώρα να χτίσουμε δομές ικανές να αντέξουν τις καταιγίδες του αύριο. Τώρα είναι η ώρα να απλώσουμε και να στεριώσουμε τους δεσμούς μας. Οι αντίστοιχες συνθήκες μας θα συνεχίσουν να χειροτερεύουν, αλλά σημεία ανατροπής κάθε είδους θα δημιουργούν ευκαιρίες αλλαγής που μπορούμε να γυρίσουμε προς όφελός μας, αρκεί να είμαστε έτοιμοι. Κάθε βήμα που κάνουμε, κάθε εμπόδιο που ξεπερνάμε, μας φέρνει λίγο πιο κοντά σε σημαντικές νίκες. Νίκες που μπορούν να προσφέρουν κάποια παρηγοριά στις ψυχές εκείνων που χάσαμε στη μάχη, και που περιμένουν να αναπαυθούν εν ειρήνη.
Για να δομηθεί αυτή η νέα δύναμη που καλούμε να γεννηθεί, για να πάρει σχήμα η δράση της, μένουν ακόμα πολλά να γίνουν. Η επιτυχία θα εξαρτηθεί από τις απαντήσεις στην πρόταση που κάνουμε με αυτό το κείμενο… από τον αριθμό και την αποφασιστικότητα όσων θελήσουν να δουλέψουν μαζί μας.
Έχουμε επίγνωση του μεγέθους του έργου. Μαθαίνουμε από τις αποτυχίες των παλαιότερών μας. Ξέρουμε τις πολλές απειλές που αντιμετωπίζουμε. Οι πιθανότητες δεν είναι με το μέρος μας. Ίσως να μην αντιστρέψουμε το ρεύμα, να μη γίνουμε εκείνο το καθοριστικό τσουνάμι.
Αλλά όπως είπε κάποτε ένας Καταλανός φίλος: υπάρχουν στιγμές που το να μην πάρεις ρίσκα είναι ένα ρίσκο που δεν αξίζει να το πάρεις.
___
The Peoples Want- Η Θέληση των Λαών
Μετάφραση: Κενό Δίκτυο
___
Σημειώσεις
¹ Τόσο κόπο κάναμε για να βρεθούμε, ας μη χωρίσουμε ποτέ ξανά (ισπανικά)
² Όλοι τους σημαίνει όλοι τους (αραβικά, Λίβανος)
³ Να φύγουν όλοι (ισπανικά, Αργεντινή)
⁴ Ξεκουμπίσου (γαλλικά, Τυνησία)
⁵ Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία (κουρδικά)