ΚΕΝΟ ΔΙΚΤΥΟ: Αποκαλύψεις για την Αστυνομική δολοφονία στο Άργος

Δεν υπάρχει τίποτα πιο επικίνδυνο για μια κοινωνία από ένα Κράτος που επιτρέπει στην Αστυνομία του να αποθρασυνθεί.

Ο Θοδωρής Ζαβραδινός, 20 ετών, πυροβολήθηκε από αστυνομικούς τα ξημερώματα της 8ης Ιουλίου 2026 στο Άργος μετά από αυτοκινητιστική καταδίωξη και υπέκυψε στα τραύματά του τρεις ημέρες αργότερα. Μέχρι σήμερα δεν έχει δημοσιοποιηθεί κανένα απολύτως στοιχείο που να τεκμηριώνει την αναγκαιότητα της αστυνομικής καταδίωξης.

Κάθε φορά που ένας άνθρωπος χάνει τη ζωή του από πυρά αστυνομικού, η δημόσια συζήτηση ακολουθεί σχεδόν την ίδια διαδρομή. Πριν ακόμη ολοκληρωθεί οποιαδήποτε έρευνα, πριν εξεταστούν οι συνθήκες, πριν ακουστούν οι μάρτυρες, ενεργοποιείται ένας γνώριμος μηχανισμός παραγωγής νοήματος. Το βλέμμα μετατοπίζεται από την πράξη του κρατικού οργάνου στη ζωή του νεκρού. Αναζητούνται στοιχεία που θα μπορούσαν να μειώσουν την αξία του ως ανθρώπου: η κοινωνική του θέση, η οικονομική του κατάσταση, οι παρέες του, η ψυχική του υγεία, μια προηγούμενη σύλληψη, μια διοικητική παράβαση, ένα χρέος, μια εξάρτηση, μια αναπηρία. Σαν να υπάρχει ένα αόρατο δικαστήριο που συνεδριάζει μέσα από τα τηλεοπτικά πάνελ και τα πρωτοσέλιδα, αποφασίζοντας ποιοι πολίτες αξίζουν πλήρη ανθρώπινα δικαιώματα και ποιοι μπορούν να μετατραπούν σε υποσημείωση μιας αστυνομικής ανακοίνωσης.

Η διαδικασία αυτή δεν είναι απλώς επικοινωνιακή. Αποτελεί έναν από τους βασικούς μηχανισμούς με τους οποίους λειτουργεί η σύγχρονη κρατική εξουσία. Δεν αρκεί η βία να ασκηθεί. Πρέπει να αποκτήσει ηθική νομιμοποίηση, να παρουσιαστεί ως αναπόφευκτη, ως αποτέλεσμα μιας ατομικής αποτυχίας, μιας λανθασμένης επιλογής ή ενός “επικίνδυνου χαρακτήρα”. Έτσι, η ευθύνη μετατοπίζεται από τον φορέα της ένοπλης εξουσίας στον άνθρωπο που βρίσκεται νεκρός.

Το περιστατικό στο Άργος δεν αποτελεί εξαίρεση σε αυτή τη διαδικασία. Αντίθετα, φέρνει ξανά στην επιφάνεια ένα ερώτημα που κάθε σύγχρονη κοινωνία οφείλει να αντιμετωπίσει χωρίς υπεκφυγές: ποιο είναι το πραγματικό όριο της κρατικής βίας; Πότε ένας αστυνομικός θεωρεί ότι νομιμοποιείται να αφαιρέσει μια ανθρώπινη ζωή; Και, κυρίως, ποιος ελέγχει αυτή την απόφαση όταν έχει πλέον καταστεί μη αναστρέψιμη;

Στη φιλελεύθερη πολιτική θεωρία, το Κράτος θεμελιώνεται πάνω σε ένα παράδοξο. Οι πολίτες αποδέχονται ότι μόνο αυτό θα κατέχει το μονοπώλιο της νόμιμης βίας, ακριβώς επειδή υποτίθεται ότι η χρήση της θα είναι αυστηρά περιορισμένη, απολύτως αναλογική και διαρκώς ελεγχόμενη. Η αστυνομία δεν δημιουργήθηκε για να αποδίδει δικαιοσύνη· δημιουργήθηκε για να εφαρμόζει τον νόμο. Η διάκριση αυτή δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι μία από τις βασικές προϋποθέσεις κάθε δημοκρατικού πολιτεύματος. Τη στιγμή που ένας ένοπλος κρατικός λειτουργός μετατρέπεται σε αυτόν που αποφασίζει επί τόπου ποιος θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει, η διάκριση ανάμεσα στην επιβολή του νόμου και στην απονομή της δικαιοσύνης αρχίζει να καταρρέει.

Αυτό ακριβώς καθιστά κάθε αστυνομική ανθρωποκτονία πολιτικό γεγονός, ανεξάρτητα από την ποινική της αξιολόγηση. Δεν αφορά μόνο το συγκεκριμένο θύμα και τον συγκεκριμένο αστυνομικό. Αφορά τη σχέση όλων των πολιτών με την κρατική εξουσία. Κάθε φορά που διευρύνονται τα όρια της αποδεκτής αστυνομικής βίας, αλλάζει αθόρυβα η ίδια η έννοια της δημοκρατίας. Η εξαίρεση μετακινείται λίγο πιο κοντά στον κανόνα.

Η ιστορία δείχνει ότι αυτές οι μετατοπίσεις δεν συμβαίνουν ποτέ απότομα, δεν ανακοινώνονται, δεν ψηφίζονται ως πολιτικό πρόγραμμα, κανένας δεν θα εμφανισθεί ποτέ ως ο πολιτικός φορέας που μετέτρεψε την αστυνομία σε δολοφονική μηχανή. Όλα αυτά προχωρούν σταδιακά, μέσα από μικρές μεταβολές στην κοινωνική ανοχή. Μια υπόθεση χαρακτηρίζεται «μεμονωμένο περιστατικό», η επόμενη «ιδιαίτερη περίπτωση», η τρίτη παρουσιάζεται ως «αναγκαία επέμβαση». Κάποια στιγμή, αυτό που πριν από μία δεκαετία θα προκαλούσε γενικευμένη εξέγερση, κοινωνική κατακραυγή, θα έκανε τα θεμέλια της εξουσίας να τρίζουν, αντιμετωπίζεται ως ακόμη μία είδηση της καθημερινότητας.

Σε αυτή τη διαδικασία παίζει καθοριστικό ρόλο η γλώσσα. Οι άνθρωποι δεν «δολοφονούνται» αλλά «Καταλήγουν». Δεν πυροβολούνται, απλά «Εξουδετερώνονται». Οι σφαίρες μετατρέπονται σε «επιχειρησιακές ενέργειες». Η ευθύνη εξαφανίζεται μέσα σε έναν τεχνοκρατικό λόγο που μοιάζει ουδέτερος, ενώ στην πραγματικότητα λειτουργεί ως μηχανισμός αποπολιτικοποίησης της βίας. Η γλώσσα δεν περιγράφει απλώς την πραγματικότητα· τη διαμορφώνει. Όταν αλλάζουν οι λέξεις, αλλάζει σταδιακά και η ηθική μας αντίληψη για όσα συμβαίνουν.

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο, όμως, δεν είναι η ίδια η κρατική βία. Κράτη με μονοπώλιο της ένοπλης ισχύος υπήρχαν πάντοτε. Το πραγματικά ανησυχητικό είναι η εξοικείωση της κοινωνίας μας με αυτήν. Όταν η απώλεια μιας ανθρώπινης ζωής παύει να γεννά ερωτήματα και αρχίζει να γεννά δικαιολογίες, τότε δεν μεταβάλλεται μόνο ο τρόπος λειτουργίας της αστυνομίας. Μεταβάλλεται η ίδια η κοινωνική συνείδηση.

Καμία κοινωνία δεν κινδυνεύει μόνο όταν αυξάνεται η αυθαιρεσία των κρατικών μηχανισμών. Κινδυνεύει πολύ περισσότερο όταν οι άνθρωποι παύουν να τη θεωρούν αυθαιρεσία.

Η υπόθεση του Άργους δεν ζητά μια εύκολη απάντηση. Ζητά να τεθούν ξανά τα ερωτήματα που μια κοινωνία οφείλει να θέτει κάθε φορά που ένας άνθρωπος πεθαίνει από κρατικά πυρά στον τόπο που μας έτυχε να ζούμε. Πόση εξουσία επιτρέπεται να συγκεντρώνει ένας ένοπλος κρατικός λειτουργός; Πόσο εύκολα αποδεχόμαστε την αφαίρεση μιας ζωής ως φυσιολογικό εργαλείο διατήρησης της δημόσιας τάξης; Και, τελικά, τι είδους κοινωνία διαμορφώνεται όταν η αξία της ανθρώπινης ζωής αρχίζει να εξαρτάται από το ποιος ήταν ο νεκρός;

Από το σημείο αυτό αρχίζει η ουσιαστική πολιτική συζήτηση. Όχι για μία μόνο υπόθεση. Αλλά για το πώς μια δημοκρατία μετασχηματίζεται αθόρυβα, όταν η κρατική βία παύει να αποτελεί την έσχατη εξαίρεση και αρχίζει να γίνεται ένα ακόμη στοιχείο της κανονικότητας.

Η κοινωνιολογία των νεκρών – Ποιοι πεθαίνουν από αστυνομικές σφαίρες;

Κάθε φορά που ένας άνθρωπος σκοτώνεται από αστυνομικά πυρά, η δημόσια συζήτηση ξεκινά από το συγκεκριμένο περιστατικό. Ήταν δικαιολογημένη η χρήση του όπλου; Υπήρχε κίνδυνος; Τι προηγήθηκε; Πρόκειται για εύλογα ερωτήματα. Υπάρχει όμως ένα ακόμη ερώτημα που σπάνια τίθεται, επειδή η απάντησή του είναι πολύ πιο ενοχλητική.

Ποιοι είναι αυτοί που πεθαίνουν;

Αν παρατηρήσει κανείς τις περισσότερες υποθέσεις των τελευταίων δεκαετιών στην Ελλάδα, αρχίζει να διακρίνει ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Τα θύματα δεν προέρχονται τυχαία από τον πληθυσμό. Δεν αποτελούν ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα της κοινωνίας.

Είναι νέοι, φτωχοί, Ρομά, μετανάστες, άνθρωποι με ψυχική νόσο, εξαρτημένοι, είναι άνθρωποι με αναπηρία ή άνθρωποι που για κάποιον λόγο βρίσκονται ήδη στο περιθώριο της κοινωνικής κανονικότητας.

Η παρατήρηση αυτή δεν σημαίνει ότι κάθε υπόθεση είναι ίδια. Ούτε ότι κάθε αστυνομικός δρα με τα ίδια κίνητρα. Υποδεικνύει όμως κάτι βαθύτερο: η κρατική βία δεν κατανέμεται ομοιόμορφα μέσα στην κοινωνία. Όπως κάθε μορφή εξουσίας, ασκείται επιλεκτικά.

Στην εγκληματολογία υπάρχει ένας όρος που περιγράφει αυτή τη διαδικασία: διαφορική αστυνόμευση. Οι μηχανισμοί καταστολής δεν επιτηρούν όλες τις κοινωνικές ομάδες με την ίδια ένταση. Ορισμένες γειτονιές ελέγχονται διαρκώς, άλλες σχεδόν ποτέ. Ορισμένα σώματα θεωρούνται εξαρχής ύποπτα. Ορισμένες συμπεριφορές εκλαμβάνονται ως επικίνδυνες μόνο όταν προέρχονται από συγκεκριμένους ανθρώπους.

Δεν είναι τυχαίο ότι σε μια εύπορη συνοικία ένας άνθρωπος που τρέχει μπορεί να θεωρηθεί αθλητής, ενώ σε μια φτωχή συνοικία ο ίδιος άνθρωπος μπορεί να θεωρηθεί ύποπτος.

Η ίδια πράξη αλλάζει σημασία ανάλογα με το σώμα που την εκτελεί.

Αυτό ακριβώς είναι το πιο ανησυχητικό χαρακτηριστικό της σύγχρονης αστυνόμευσης. Η υποψία προηγείται του γεγονότος. Οι άνθρωποι δεν αξιολογούνται μόνο για όσα κάνουν αλλά και για όσα αντιπροσωπεύουν στα μάτια της εξουσίας.

Στην Ελλάδα, η αλληλουχία των υποθέσεων είναι αποκαλυπτική. Ο δεκαπεντάχρονος Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος και ο νεαρός Βασίλης Μάγγος, οι Ρομά Νίκος Σαμπάνης και Κώστας Φραγκούλης και τα άπειρα ανώνυμα θύματα καθημερινής ρατσιστικής αστυνομικής βίας, ο μετανάστης Μοχάμεντ Καμράν στο αστυνομικό τμήμα του Άγιου Παντελεήμονα, οι 600 πρόσφυγες του ναυαγίου στην Πύλο και οι χιλιάδες μετανάστες και πρόσφυγες που χάνονται στα σύνορα μας και δεν θα μάθουμε ποτέ το όνομα τους, ο ανάπηρος Αντώνης Καργιώτης που δολοφονήθηκε από λιμενικούς στο λιμάνι του Πειραιά, ο εργάτης Κώστας Μανιουδάκης στην Κρήτη, ο Ζακ Κωστόπουλος, που έχασε τη ζωή του στην Ομόνοια μέσα σε μια αλυσίδα βίαιων ενεργειών ευυπόληπτων πολιτών και αστυνομικών. Οι υποθέσεις αυτές δεν είναι ίδιες μεταξύ τους. Ανήκουν όμως στην ίδια πολιτική γεωγραφία. Τα θύματα δεν ανήκαν στους ανθρώπους που απολαμβάνουν υψηλό κοινωνικό κύρος, οικονομική ισχύ ή θεσμική προστασία.

Αυτό δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, δεκαετίες ερευνών δείχνουν ότι οι Αφροαμερικανοί υφίστανται δυσανάλογα υψηλά ποσοστά αστυνομικής βίας, ενώ το ποσοστό αυτό φτάνει στο 50% των Αφροαμερικανών αναπήρων. Στη Βραζιλία, η πλειονότητα όσων σκοτώνονται από την αστυνομία είναι νέοι, φτωχοί και μαύροι από τις φαβέλες. Στο Μεξικό, η στενή σχέση ανάμεσα στη στρατιωτικοποίηση της δημόσιας ασφάλειας, την κρατική διαφθορά και την ατιμωρησία των αρχών έχει οδηγήσει σε χιλιάδες θανάτους και εξαφανίσεις κατά βάση φτωχών και ακτιβιστών. Στη Γαλλία, οι υποθέσεις νέων από τις μεταναστευτικές κοινότητες επανέρχονται διαρκώς στον δημόσιο διάλογο και δολοφονίες νεαρών από τα προάστια έχουν προξενήσει ευρύτατες κοινωνικές εξεγέρσεις. Στη Βρετανία, οι ανεξάρτητες έρευνες για τη χρήση της αστυνομικής βίας αναδεικνύουν επίσης σημαντικές φυλετικές και κοινωνικές ανισότητες.

Παρά τις διαφορετικές ιστορικές και πολιτικές συνθήκες, εμφανίζεται ένα κοινό μοτίβο. Η πιθανότητα να βρεθεί κανείς αντιμέτωπος με την πιο ακραία μορφή κρατικής βίας δεν κατανέμεται ισότιμα. Η κοινωνική ανισότητα δεν αφορά μόνο την πρόσβαση στον πλούτο ή στην εκπαίδευση. Αφορά ακόμη και την πιθανότητα να επιβιώσει κανείς από μια συνάντηση με την αστυνομία.

Εδώ βρίσκεται και μια βαθύτερη αντίφαση του σύγχρονου νεοφιλελεύθερου κράτους. Ενώ υπόσχεται ότι όλοι οι πολίτες είναι ίσοι απέναντι στον νόμο, στην πράξη παράγει διαφορετικές κατηγορίες πολιτών ως προς την προστασία που απολαμβάνουν. Όσο αυξάνονται οι κοινωνικές ανισότητες, τόσο ενισχύεται ο ρόλος των μηχανισμών καταστολής ως εργαλείων διαχείρισης των κοινωνικών συνεπειών αυτών των ανισοτήτων. Η αστυνομία καλείται όλο και συχνότερα να αντιμετωπίσει προβλήματα που έχουν κοινωνικές, οικονομικές ή ψυχιατρικές αιτίες, χωρίς να διαθέτει ούτε την εκπαίδευση ούτε την δικαιοδοσία, ούτε την αποστολή για να τα διαχειριστεί.

Έτσι, η φτώχεια αντιμετωπίζεται ως ζήτημα δημόσιας τάξης. Η νευροδιαφορετικότητα αντιμετωπίζεται ως απειλή. Η εξάρτηση αντιμετωπίζεται ως εγκληματικότητα. Η σωματική ή άλλη βλάβη αντιμετωπίζεται ως ύποπτη συμπεριφορά. Ο δημόσιος χώρος μετατρέπεται σταδιακά σε έναν χώρο όπου ο καθένας μας αξιολογείται συνεχώς ως πιθανός κίνδυνος.

Η υπόθεση του Άργους έρχεται να προστεθεί σε αυτή τη μακρά αλυσίδα ερωτημάτων. Δεν αρκεί να διερευνηθούν οι επιμέρους συνθήκες του περιστατικού. Χρειάζεται να εξεταστεί και το ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτό έγινε δυνατό. Τι είδους επαγγελματική κουλτούρα διαμορφώνεται όταν ένας ένστολος καλείται καθημερινά να αναγνωρίζει «απειλές» μέσα στην κοινωνία; Ποια χαρακτηριστικά ενεργοποιούν αυτή την αναγνώριση; Πώς εκπαιδεύεται να διακρίνει τον άνθρωπο που χρειάζεται βοήθεια από εκείνον που θεωρεί εχθρό;

Γιατί τελικά, οι αστυνομικές σφαίρες δεν κατανέμονται τυχαία. Ακολουθούν τις αόρατες χαράξεις της κοινωνικής ιεραρχίας. Και όσο μια κοινωνία αποδέχεται αυτή την πραγματικότητα ως φυσική κατάσταση, τόσο απομακρύνεται από την ίδια την ιδέα της ισότητας απέναντι στον νόμο. Το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος κρατά το όπλο. Το ερώτημα είναι ποιοι θεωρούνται, ήδη πριν από οποιαδήποτε πράξη τους, άνθρωποι των οποίων η ζωή αξίζει λιγότερο στα μάτια της εξουσίας.

Το κράτος της καχυποψίας απέναντι στο δικαίωμα της διαφορετικότητας

Από τις πρώτες κιόλας ώρες μετά τη δολοφονία στο Άργος, ένα μέρος της δημόσιας συζήτησης στράφηκε προς μια κατεύθυνση «αποκαλύψεων». Δεν αναζητήθηκε πρωτίστως τι έκανε ο αστυνομικός. Αναζητήθηκε αν ο νεκρός «έπρεπε» να οδηγεί.  Αν το ποσοστό “αναπηρίας” του ήταν συμβατό με την οδήγηση. Αν η διάγνωσή του μπορούσε να εξηγήσει τη συμπεριφορά του. Σαν να μετατράπηκε η ίδια η ύπαρξη του σε τεκμήριο ενοχής.

Το ερώτημα αυτό δεν είναι απλώς προσβλητικό για τη μνήμη ενός ανθρώπου. Είναι επικίνδυνο για εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους που ζουν καθημερινά με κάποια μορφή αναπηρίας ή νευροαναπτυξιακής ιδιαιτερότητας. Γιατί πίσω από αυτή τη φαινομενικά αθώα απορία κρύβεται μια πολύ βαθύτερη αντίληψη: ότι ο δημόσιος χώρος ανήκει μόνο σε όσους ανταποκρίνονται σε ένα πρότυπο «κανονικού» ανθρώπου.

Η αντίληψη αυτή έχει βαθιές ιστορικές ρίζες. Για δεκαετίες η αναπηρία αντιμετωπιζόταν αποκλειστικά ως ατομικό ιατρικό πρόβλημα. Το πρόβλημα θεωρούνταν ότι βρίσκεται μέσα στο σώμα του ανθρώπου. Αν κάποιος δεν μπορεί να κινηθεί, να επικοινωνήσει ή να ανταποκριθεί σε συγκεκριμένες κοινωνικές προσδοκίες, τότε εκείνος είναι το πρόβλημα. Τα τελευταία σαράντα χρόνια, το κίνημα των αναπήρων ανέτρεψε αυτή τη θεώρηση. Ανέπτυξε αυτό που σήμερα ονομάζεται κοινωνικό μοντέλο για την αναπηρία. Σύμφωνα με αυτό, η αναπηροποιήση δεν παράγεται μόνο από μια βιολογική ή νευρολογική διαφορά. Παράγεται κυρίως από μια κοινωνία που έχει σχεδιαστεί για έναν μόνο τύπο ανθρώπου και αντιμετωπίζει κάθε διαφορετικότητα ως απόκλιση. Ένας άνθρωπος σε αναπηρικό αμαξίδιο δεν αποκλείεται από την δημόσια ζωή επειδή δεν περπατά. Αποκλείεται επειδή η πόλη δεν είναι πρσβάσιμη, επειδή υπάρχει σκάλα αντί για ράμπα. Ένας τυφλός δεν αποκλείεται κοινωνικά επειδή δεν βλέπει. Αποκλείεται όταν δεν υπάρχουν προσβάσιμες πληροφορίες. Ένας άνθρωπος αυτιστικός δεν δυσκολεύεται επειδή αντιλαμβάνεται διαφορετικά τον κόσμο. Δυσκολεύεται επειδή ολόκληρος ο δημόσιος χώρος έχει σχεδιαστεί σαν να υπάρχει μόνο ένας αποδεκτός τρόπος επικοινωνίας, αντίληψης και συμπεριφοράς και όλοι εμείς οι υπόλοιποι μάθαμε να συνυπάρχουμε μόνο με όσους η κοινωνία μας έμαθε να θεωρούμε «κανονικούς», «λειτουργικούς» και «αρτιμελείς».

Η Σύμβαση του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία, την οποία έχει κυρώσει και η Ελλάδα, βασίζεται ακριβώς σε αυτή τη λογική. Δεν αντιμετωπίζει τα ανάπηρα άτομα ως αντικείμενα φροντίδας ή οίκτου, αλλά ως ισότιμους πολίτες με πλήρες δικαίωμα στη συμμετοχή στην κοινωνική ζωή, στην αυτονομία, στην εργασία, στην εκπαίδευση, στις μετακινήσεις και στη λήψη αποφάσεων για τη ζωή τους. Η βλάβη δεν συνεπάγεται αυτομάτως ανικανότητα. Το «ποσοστό αναπηρίας» δεν περιγράφει την προσωπικότητα, την κρίση ή τις δυνατότητες ενός ανθρώπου. Πρόκειται για ένα διοικητικό εργαλείο που χρησιμοποιείται για την πρόσβαση σε κρατικές παροχές και υπηρεσίες. Δεν είναι μια συνολική αξιολόγηση της ανθρώπινης ύπαρξης. Η δημόσια χρήση του ως συνώνυμου της επικινδυνότητας αποκαλύπτει πόσο λίγο κατανοούμε ακόμη τη φύση των αναπήρων, αποκαλύπτει τον διάχυτο, συνειδητό ή ασυνείδητο μισαναπηρισμό αυτής της κοινωνίας.

Η ανοιχτή επιστολή της Βασιλικής Κωστοπούλου, μιας γυναίκας που ζει στο φάσμα του αυτισμού και κατοικεί επίσης στο Άργος, φωτίζει αυτή την πραγματικότητα με τρόπο που καμία ακαδημαϊκή ανάλυση δεν μπορεί να πετύχει. Δεν περιγράφει μια «ασθένεια». Περιγράφει μια διαφορετική αισθητηριακή και γνωστική εμπειρία του κόσμου. Μας λέει ότι: Ο ήχος ενός απορριμματοφόρου μπορεί να είναι αφόρητος. Το έντονο φως μπορεί να προκαλεί σωματικό πόνο. Ένα απρόσμενο άγγιγμα μπορεί να βιώνεται ως εισβολή. Η προφορική πληροφορία μπορεί να χάνεται πριν προλάβει να γίνει κατανοητή. Η αναμονή ενός γεγονότος μπορεί να παραλύει ολόκληρη την ημέρα. Οι γρήγορες κινήσεις, η δυσκολία στην οπτική επαφή, η αμηχανία απέναντι στους αγνώστους, η ανάγκη απομάκρυνσης από έναν χώρο με υπερβολικά ερεθίσματα δεν αποτελούν ενδείξεις εγκληματικής συμπεριφοράς. Είναι μέρος της καθημερινότητας πολλών ανθρώπων στο φάσμα.

Κι όμως, αν δει κανείς αυτές τις ίδιες συμπεριφορές μέσα από το βλέμμα μιας κουλτούρας διαρκούς αστυνομικής επιφυλακής, μπορούν εύκολα να μεταφραστούν σε κάτι εντελώς διαφορετικό. Κινείται νευρικά, αποφεύγει την επαφή, δεν υπακούει αμέσως, τρέχει, δεν απαντά, δεν συνεργάζεται, συμπεριφέρεται «παράξενα». Το ίδιο γεγονός αποκτά δύο εντελώς διαφορετικές σημασίες, ανάλογα με το ποιος το παρατηρεί. Για τον ειδικό στην αναπηρία αποτελεί μια εκδήλωση αισθητηριακής υπερφόρτωσης ή πανικού. Για έναν αστυνομικό που έχει εκπαιδευτεί πρωτίστως να εντοπίζει απειλές, μπορεί να εκληφθεί ως ένδειξη επικινδυνότητας ή ενοχής.

Εδώ βρίσκεται μια από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της σύγχρονης κοινωνίας. Από τη μία πλευρά, η επιστήμη μας οδηγεί σε μια ολοένα βαθύτερη κατανόηση της ανθρώπινης νευροποικιλότητας. Γνωρίζουμε ότι δεν υπάρχει ένας μοναδικός «φυσιολογικός» εγκέφαλος, αλλά ένα ευρύ φάσμα τρόπων αντίληψης, επεξεργασίας πληροφοριών και κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Η έννοια της νευροποικιλότητας μάς καλεί να δούμε αυτές τις διαφορές όχι ως ελαττώματα που πρέπει να εξαφανιστούν, αλλά ως μέρος της ανθρώπινης ποικιλομορφίας.

Από την άλλη πλευρά, οι μηχανισμοί ασφάλειας φαίνεται να λειτουργούν με το ακριβώς αντίθετο υπόδειγμα. Αναζητούν γρήγορες κατηγοριοποιήσεις. Οποιαδήποτε απόκλιση από την αναμενόμενη συμπεριφορά μπορεί να θεωρηθεί ύποπτη. Η κοινωνία της πολυμορφίας συναντά το κράτος της καχυποψίας. Και αυτό δεν αφορά μόνο τους αυτιστικούς ανθρώπους. Αφορά κάθε άνθρωπο που, για οποιονδήποτε λόγο, δεν ταιριάζει στην εικόνα του «κανονικού» πολίτη. Τον άνθρωπο σε ψυχική κρίση. Τον άνθρωπο με άνοια. Τον άνθρωπο που βρίσκεται σε κατάσταση σοκ. Τον κωφό που δεν άκουσε μια εντολή. Τον άνθρωπο που πανικοβλήθηκε και έτρεξε. Τον άνθρωπο που δεν μπόρεσε να εξηγήσει εγκαίρως τι του συμβαίνει. Τον μετανάστη που δεν μιλά Ελληνικά, την τρανς κοπέλα που τρόμαξε μπροστά στο σεξιστικό βλέμμα των αστυνομικών.

Για να το πούμε λοιπόν απλά: Μια χαρά μπορεί να οδηγεί ένα άτομο με αυτισμό και πιστοποιημένη αναπηρία 88%. Ο αυτισμός από μόνος του δεν αποκλείει κάποιον από την οδήγηση. Ούτε το υψηλό ποσοστό αναπηρίας σημαίνει αυτομάτως ότι δεν μπορεί να οδηγεί. Το αν ένα άτομο μπορεί να οδηγεί εξαρτάται από: την εξατομικευμένη ιατρική αξιολόγηση, το αν πληροί τις προϋποθέσεις για χορήγηση ή ανανέωση άδειας οδήγησης, τις πραγματικές λειτουργικές του ικανότητες.

Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι αν ο Θοδωρής «επιτρέπεται» να βρίσκεται στον δρόμο. Σε μια δημοκρατική κοινωνία, ο δρόμος ανήκει και σε εκείνον. Το πραγματικό ερώτημα είναι διαφορετικό. Μπορεί μια αστυνομία να λειτουργήσει μέσα σε μια κοινωνία ολοένα μεγαλύτερης ανθρώπινης ποικιλότητας χωρίς να έχει ποτέ εκπαιδευτεί ριζικά στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τη διαφορετικότητα; Μπορεί ένας ρατσιστής, φασίστας αστυνομικός να ξεχωρίζει την ανάγκη από την απειλή, την κρίση πανικού από την εγκληματική πρόθεση, τη νευρολογική ιδιαιτερότητα από την παραβατικότητα; Ποιος θα μας προστατέψει απ΄τους προστάτες;

Αυτό δεν είναι ένα περιφερειακό ζήτημα δικαιωμάτων. Είναι ένα από τα κεντρικά ερωτήματα της κοινωνίας στον 21ο αιώνα. Γιατί η ποιότητα μιας κοινωνίας δεν κρίνεται από το πόσο άνετα ζουν όσοι ταιριάζουν στην κυρίαρχη νόρμα. Κρίνεται από το αν εκείνοι που αποκλίνουν από αυτήν μπορούν να κυκλοφορούν, να εργάζονται, να οδηγούν, να αγαπούν, να φοβούνται, να κάνουν λάθη και να επιστρέφουν στο σπίτι τους ζωντανοί.

Η βιομηχανία της απανθρωποποίησης

Η βία δεν αρχίζει τη στιγμή που τραβιέται η σκανδάλη. Η σφαίρα είναι συνήθως το τελευταίο στάδιο μιας πολύ μεγαλύτερης διαδικασίας. Πολύ πριν αφαιρεθεί μια ανθρώπινη ζωή, έχει προηγηθεί μια μακρά πολιτισμική εργασία που έχει ως στόχο να μειώσει την αξία αυτής της ζωής. Η ιστορία δείχνει ότι σχεδόν καμία κοινωνία δεν αποδέχεται εύκολα τη βία απέναντι σε ανθρώπους που αναγνωρίζει ως πλήρως ίσους. Για να γίνει ανεκτή η βία, προηγείται σχεδόν πάντοτε η απανθρωποποίηση.

Δεν πρόκειται για μια αφηρημένη ηθική έννοια. Πρόκειται για έναν κοινωνικό μηχανισμό. Ο άνθρωπος παύει να παρουσιάζεται ως άνθρωπος. Γίνεται «λαθρομετανάστης», γίνεται «γύφτος», «πρεζάκι», «γνωστός στις αρχές»,  «ψυχικά διαταραγμένος», «ανώμαλος», «αναρχοάπλυτος», «φρικιό», «επικίνδυνος», γίνεται «παραβατικό στοιχείο», «μέλος εγκληματικής οργάνωσης», «κομμούνι», «δημόσια απειλή» χάνει την ανθρώπινη υπόσταση, γίνεται μια κατηγορία. Και όταν κάποιος μετατρέπεται σε κατηγορία, αρχίζει να εξαφανίζεται το πρόσωπό του.

Η κοινωνική ψυχολογία γνωρίζει εδώ και δεκαετίες αυτόν τον μηχανισμό. Όσο λιγότερο αντιλαμβανόμαστε τον άλλον ως μοναδικό άνθρωπο με ιστορία, σχέσεις, φόβους και όνειρα, τόσο ευκολότερα αποδεχόμαστε την άσκηση βίας εναντίον του. Η απανθρωποποίηση δεν είναι απλώς ένα ηθικό πρόβλημα· αποτελεί μία από τις βασικές προϋποθέσεις της πολιτικής βίας.

Στη σύγχρονη εποχή, αυτή η διαδικασία δεν πραγματοποιείται μόνο μέσα από την επίσημη κρατική γλώσσα. Αναπαράγεται καθημερινά από τηλεοπτικές εκπομπές, πρωτοσέλιδα, διαδικτυακούς τίτλους, αναρτήσεις και σχόλια στα κοινωνικά δίκτυα. Μέσα σε λίγες ώρες από ένα τραγικό γεγονός, η δημόσια συζήτηση μετατοπίζεται από το ερώτημα «τι συνέβη;» στο ερώτημα «τι άνθρωπος ήταν το θύμα;».

Η μετατόπιση αυτή δεν είναι ουδέτερη, αποτελεί μια μορφή πολιτικής διαχείρισης της κοινωνικής ενσυναίσθησης. Αν πειστείς ότι ο νεκρός ήταν αρκετά διαφορετικός από εσένα, τότε θα πενθήσεις λιγότερο. Αν πειστείς ότι «κάτι θα είχε κάνει», τότε θα απαιτήσεις λιγότερη λογοδοσία. Αν πειστείς ότι «τέτοιοι άνθρωποι είναι επικίνδυνοι», τότε θα δεχθείς ευκολότερα περισσότερη καταστολή. Έτσι, η εξαίρεση μετατρέπεται σταδιακά σε κανόνα.

Η διαδικασία αυτή ενισχύεται από τον τρόπο που λειτουργεί πλέον ο ψηφιακός δημόσιος χώρος. Οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης δεν είναι ουδέτερα μέσα επικοινωνίας. Οι αλγόριθμοί τους τείνουν να προβάλλουν περιεχόμενο που προκαλεί έντονες συναισθηματικές αντιδράσεις: θυμό, φόβο, αγανάκτηση, περιφρόνηση. Οι ακραίες διατυπώσεις διαδίδονται ταχύτερα από τις ψύχραιμες αναλύσεις, επειδή παράγουν μεγαλύτερη αλληλεπίδραση. Έτσι δημιουργείται η εντύπωση ότι ο δημόσιος λόγος είναι πολύ πιο βίαιος και μισαλλόδοξος απ’ όσο είναι στην πραγματικότητα.

Ταυτόχρονα, η διεθνής έρευνα έχει καταδείξει ότι ο ψηφιακός δημόσιος χώρος δεν διαμορφώνεται αποκλειστικά από πραγματικούς πολίτες. Τα τελευταία χρόνια έχουν αποκαλυφθεί σε πολλές χώρες οργανωμένα δίκτυα ψεύτικων λογαριασμών, αυτοματοποιημένων προφίλ (bots) και εταιρειών πολιτικής επικοινωνίας που αναλαμβάνουν να επηρεάζουν τη δημόσια συζήτηση, να ενισχύουν συγκεκριμένα αφηγήματα ή να δημιουργούν την ψευδαίσθηση μιας αυθόρμητης κοινωνικής συναίνεσης.

Είναι γνωστές οι αποκαλύψεις για την παρέμβαση της Cambridge Analytica στην εκλογή Τράμπ και υπέρ των υποστηρικτών του Brexit, όπου δημόσιες καταγγελίες για χρήση προσωπικών δεδομένων εκατομμυρίων χρηστών του Facebook χωρίς την συγκατάθεση τους οδήγησαν την εταιρία σε πτώχευση. Ένα εκτεταμένο δίκτυο από εταιρείες ψηφιακής τεχνολογίας παρεμβαίνουν στην δημόσια ζωή προς όφελος συντηρητικών και φασιστικών πολιτικών δυνάμεων. Η BlackCore θεωρείται ύποπτη για παρέμβαση στις δημοτικές εκλογές της Γαλλίας, ενώ έχει εμπλακεί και στις εκλογές στη Νέα Υόρκη, τη Σκωτία, το Τόγκο και την Αγκόλα. Μέσα από επιστημονικές και δημοσιογραφικές έρευνες που αφορούν οργανωμένες εκστρατείες παραπληροφόρησης και ψυχολογικής στόχευσης σε πολλές χώρες, έχει γίνει σαφές ότι η κοινή γνώμη δεν είναι πάντοτε το αυθόρμητο άθροισμα εκατομμυρίων ανεξάρτητων απόψεων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε επιθετικό σχόλιο προέρχεται από κάποιο οργανωμένο δίκτυο. Σημαίνει όμως ότι ο ψηφιακός δημόσιος χώρος είναι ευάλωτος στη χειραγώγηση μέσω fake profile, χιλιάδες αυτοματοποιημένα σχόλια και ρομποτικές δημοσιεύσεις, οργανωμένες καμπάνιες κατασκευής της κοινής γνώμης με ισχυρή χρηματοδότηση και πληρωμένα trolls. Όταν η κοινωνία εκτίθεται καθημερινά σε χιλιάδες παρόμοια μηνύματα, δημιουργείται ένα φαινόμενο που οι κοινωνικοί επιστήμονες ονομάζουν «κατασκευή κοινωνικού κανόνα». Οι άνθρωποι τείνουν να θεωρούν φυσιολογική μια άποψη όταν πιστεύουν ότι την συμμερίζονται «οι περισσότεροι», ακόμη κι αν αυτή η εντύπωση είναι τεχνητά διογκωμένη.

Αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο σημείο. Δεν επιχειρείται μόνο να πειστεί ο πολίτης ότι ένας συγκεκριμένος άνθρωπος άξιζε την τύχη του. Επιχειρείται να πειστεί ότι η ίδια η κοινωνία είναι αμετάκλητα ρατσιστική, κυνική, αδιάφορη και μισάνθρωπη. Ότι «ο κόσμος έτσι σκέφτεται». Ότι «όλοι λένε πως καλά του έκαναν». Ότι η κοινωνική  αλληλεγγύη είναι μια αφελής μειοψηφική στάση.

Αυτή είναι μια εξαιρετικά αποτελεσματική πολιτική τεχνική. Γιατί όταν ένας άνθρωπος πιστέψει ότι βρίσκεται μόνος απέναντι σε μια πλειοψηφία που αποδέχεται τη βία, συχνά σιωπά. Δεν αλλάζει απαραίτητα γνώμη· παύει όμως να τη διατυπώνει δημόσια. Έτσι, η ψευδαίσθηση της συναίνεσης αυτοτροφοδοτείται.

Αυτή είναι ίσως η πιο ύπουλη μορφή αυταρχισμού στον 21ο αιώνα, γιατί δεν απαιτεί καμιά λογοκρισία και δεν χρειάζεται να απαγορεύσει τον λόγο. Για την ακρίβεια χρησιμοποιεί το ακριβώς αντίθετο, την υπερ-πληροφόρηση και τον υπερπληθωρισμό του δημόσιου λόγου μέσα από τον οποίο διαδίδει το δηλητήριο της κυρίαρχης άποψης. Αρκεί κάθε φορά να δημιουργείται η αίσθηση ότι κάθε διαφορετική φωνή είναι απομονωμένη, περιθωριακή και χωρίς κοινωνικό έρεισμα. Μια κοινωνία που απαξιώνει την κοινωνία είναι μια κοινωνία δούλων.

Η κοινωνική οργάνωση δεν στηρίζεται μόνο στις εκλογές και στους θεσμούς. Στηρίζεται και στην πεποίθηση ότι οι άνθρωποι μπορούν ακόμη να αναγνωρίσουν ο ένας στον άλλον μια κοινή ανθρώπινη αξία, ανεξάρτητα από την κοινωνική θέση, την καταγωγή, την αναπηρία, τη θρησκεία ή τις πολιτικές τους πεποιθήσεις.

Γι’ αυτό η μεγαλύτερη νίκη κάθε αυταρχικής πολιτικής δεν είναι η αύξηση της αστυνομικής ισχύος. Είναι η παραγωγή μιας κοινωνίας που παύει να σοκάρεται όταν ένας άνθρωπος δολοφονείται από τους αστυνομικούς. Μια κοινωνία που παύει να αναζητά την αλήθεια και αρχίζει να αναζητά επιχειρήματα για να δικαιολογήσει τον δολοφόνο. Και αυτή, είναι μια κοινωνία βαθιά τραυματισμένη, επειδή έχει αποδεχτεί την βία του ισχυρού και έχει εκπαιδευτεί να αμφιβάλλει πρώτα για την αξία του θύματος και έπειτα για τις πράξεις της εξουσίας. Αυτή η αντιστροφή της ηθικής πυξίδας δεν είναι αναπόφευκτη· είναι το αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών, επικοινωνιακών και πολιτισμικών διεργασιών. Ακριβώς γι’ αυτό μπορεί και πρέπει να αμφισβητηθεί, ακριβώς για αυτό οργανώνουμε την καταστροφή της.

Η πολιτική της απόσπασης της προσοχής

Στις σύγχρονες δημοκρατίες, η πολιτική εξουσία δεν κρίνεται μόνο από τις αποφάσεις που λαμβάνει. Κρίνεται και από την ικανότητά της να καθορίζει ποια γεγονότα θα απασχολήσουν την κοινωνία και ποια θα περάσουν σχεδόν απαρατήρητα. Η εξουσία δεν λειτουργεί μόνο μέσα από νόμους, δικαστήρια ή αστυνομικές επιχειρήσεις. Λειτουργεί και μέσα από την οργάνωση της δημόσιας προσοχής.

Σε μια εποχή όπου εκατομμύρια πληροφορίες διακινούνται καθημερινά, το πιο πολύτιμο πολιτικό αγαθό είναι η κατάκτηση της προσοχής του θεατή. Όποιος καθορίζει το αντικείμενο της δημόσιας συζήτησης, καθορίζει σε μεγάλο βαθμό και το πολιτικό της αποτέλεσμα. Η επικοινωνιακή θεωρία περιγράφει αυτό το φαινόμενο ως agenda setting: τα μέσα ενημέρωσης και οι πολιτικοί θεσμοί δεν μας λένε απαραίτητα τι να πιστέψουμε, αλλά επηρεάζουν αποφασιστικά ποια ζητήματα θα συζητήσουμε, ποια θα θεωρήσουμε πως πρέπει να συζητηθούν, ποιοι είναι οι όροι της δημόσιας συζήτησης και ποια πράγματα δεν επιτρέπεται να πούμε και είναι απαράδεκτο να ειπωθούν σε αυτές τις συζητήσεις.

Όταν μια κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με μια υπόθεση που προκαλεί σοβαρά ερωτήματα για τη λειτουργία των θεσμών, δημιουργείται έντονη πίεση στον δημόσιο λόγο. Η κοινωνία ζητά εξηγήσεις, οι δημοσιογράφοι αναζητούν ευθύνες, οι οικογένειες των θυμάτων απαιτούν λογοδοσία. Σε τέτοιες στιγμές, η διαχείριση της ατζέντας αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

Δεν χρειάζεται να υποθέσει κανείς την ύπαρξη κάποιας κεντρικής συνωμοσίας για να παρατηρήσει ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Συχνά, μέσα σε ένα περιβάλλον έντονων πολιτικών πιέσεων, αναδύονται νέα ζητήματα δημόσιας ασφάλειας, νέες αστυνομικές επιχειρήσεις, νέες εξαγγελίες ή νέες υποθέσεις που καταλαμβάνουν τον δημόσιο χώρο. Άλλοτε πρόκειται για πραγματικές αστυνομικές επιτυχίες. Άλλοτε για εξελίξεις που θα είχαν έτσι κι αλλιώς συμβεί. Το αποτέλεσμα, όμως, είναι συχνά το ίδιο: η συζήτηση μετατοπίζεται.

Το ερώτημα αλλάζει. Από το «γιατί οι αστυνομικοί δολοφόνησαν έναν αθώο άνθρωπο;» περνάμε στο «πόσο αποτελεσματική είναι η αστυνομία απέναντι στην εγκληματικότητα;». Από τη λογοδοσία περνάμε στην ασφάλεια και από τον έλεγχο της εξουσίας περνάμε στην επιβεβαίωση της αναγκαιότητάς της.

Η μετατόπιση αυτή δεν είναι τυχαία. Βασίζεται σε έναν παλιό πολιτικό μηχανισμό: όταν ένας θεσμός αμφισβητείται, επιδιώκει να υπενθυμίσει τον λόγο για τον οποίο υπάρχει- ειδικά προς τους υποστηριχτές και τους υπηκόους του. Αν η αστυνομία δέχεται κριτική για υπέρμετρη χρήση βίας, η δημόσια εικόνα της μπορεί να ενισχυθεί μόνο μέσα από αφηγήσεις που αναδεικνύουν τη συμβολή της στην αντιμετώπιση του εγκλήματος. Όταν η αστυνομία κατηγορείται ότι δολοφονεί αθώους τότε πρέπει να έρθει στο προσκήνιο ένα παλιότερο έγκλημα και η υπόθεση άμεσα να διαλευκανθεί, ακόμα και αν τον ρόλο του ενόχου τον παίζουν άτομα από το σωρό που φορτώθηκαν ανυπόστατες κατηγορίες, προφυλακίστηκαν, έμειναν χρόνια στη φυλακή και τελικά αθωώθηκαν όταν πλέον η προσοχή των θεατών είχε εστιαστεί σε άλλο θέμα. Οι δύο αυτές όψεις της λειτουργίας της αστυνομίας συνυπάρχουν και συχνά ανταγωνίζονται για τον ίδιο δημόσιο χώρο.

Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι αν μια αστυνομική επιχείρηση είναι πραγματική ή όχι. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: ποια γεγονότα αναδεικνύονται, ποια υποβαθμίζονται και με ποιον τρόπο συνδέονται μεταξύ τους στον δημόσιο λόγο;

Η δημόσια ζωή δεν απαιτεί μόνο αποτελεσματικούς θεσμούς. Απαιτεί και άτομα που μπορούν να παρακολουθούν περισσότερες από μία πραγματικότητες ταυτόχρονα. Η πραγματική εμπιστοσύνη στους θεσμούς δεν οικοδομείται πάνω στη σιωπή ή στην επικοινωνιακή διαχείριση, αλλά στη διαφάνεια, στην ανεξάρτητη διερεύνηση και στην ανάληψη ευθύνης όπου αυτή προκύπτει. Όταν ξανά και ξανά η αστική δημοκρατία αποτυγχάνει να λογοδοτήσει απέναντι στην κοινωνία και να απαντήσει στα ερωτήματα που θέτει η ίδια στον εαυτό της, τότε γίνεται φανερό ότι στην πραγματικότητα οι θεσμοί της είναι μια λαμπερή βιτρίνα πίσω από την οποία κρύβεται το σκοτάδι του κόσμου- η υποκρισία των ισχυρών, οι διεστραμμένη θέληση για εξουσία και έλεγχο, η καθημερινή άντληση πλούτου από τις ανάγκες και τις επιθυμίες των απλών ανθρώπων που μετατρέπονται σε τηλεκατευθυνόμενη μάζα, στατιστικά στοιχεία, υποψήφια θύματα αστυνομικής δολοφονίας.

Μέσα σε αυτή την αποθράσυνση της εξουσίας κάθε νέα υπόθεση κρατικής βίας αντιμετωπίζεται επικοινωνιακά ως εμπόδιο που πρέπει να ξεπεραστεί γρήγορα. Και όσο η δημόσια συζήτηση μετακινείται διαρκώς από γεγονός σε γεγονός, τόσο μειώνεται η δυνατότητα της κοινωνίας να επεξεργαστεί ουσιαστικά τα βαθύτερα προβλήματα που αυτά αποκαλύπτουν.

Ίσως αυτή να είναι η πιο σοβαρή συνέπεια της πολιτικής απόσπασης της προσοχής. Δεν εξαφανίζει μόνο ένα γεγονός από την επικαιρότητα. Εξαφανίζει τη δυνατότητα της κοινωνίας να μάθει από αυτό. Κάθε αστυνομική ανθρωποκτονία, κάθε καταγγελία για βασανιστήρια, κάθε οικονομικό σκάνδαλο, κάθε υπόθεση θεσμικής αυθαιρεσίας δεν αφορά μόνο το παρελθόν, είναι μια δοκιμασία για το μέλλον μιας κοινωνίας.

Αν η συλλογική μνήμη διακόπτεται κάθε φορά από τον επόμενο επικοινωνιακό θόρυβο, τότε η  «εξυγίανση» και η λογοδοσία μετατρέπεται σε μια διαρκώς αναβαλλόμενη υπόσχεση χωρίς κανένα περιεχόμενο και οι ίδιες παθογένειες επιστρέφουν ξανά και ξανά με διαφορετικά πρόσωπα, γίνονται όπλο στα χέρια των ισχυρών, αποκτούν βαθιά αίσθηση ατιμωρησίας, αποθρασύνονται και δολοφονούν. Σε αυτό το φαύλο κύκλο αστικής παρακμής αξίζει μόνο η καταστροφή των θεσμών της.

Η ατιμωρησία των δημόσιων λειτουργών δεν είναι δυσλειτουργία του συστήματος· είναι προϋπόθεση της εξουσίας.

Κάθε φορά που ένας άνθρωπος δολοφονείται από αστυνομικά πυρά, ακολουθεί σχεδόν πάντοτε η ίδια τελετουργία. Ανακοινώνεται η διενέργεια μιας Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης. Γίνεται λόγος για ανεξάρτητη διερεύνηση. Οι πολιτικοί προϊστάμενοι δηλώνουν ότι «η Δικαιοσύνη θα αποφανθεί». Οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης καλούν την κοινωνία να περιμένει τα πορίσματα. Πρόκειται για μια γλώσσα που δημιουργεί την εντύπωση ότι το κράτος ελέγχει αποτελεσματικά τον εαυτό του. Αυτό ακριβώς είναι το πρώτο επίπεδο της ατιμωρησίας.

Η ατιμωρησία δεν σημαίνει μόνο ότι κάποιος δεν καταδικάζεται. Σημαίνει, πρωτίστως, ότι η ίδια η διαδικασία παράγει την αίσθηση πως η λογοδοσία υπάρχει, ακόμη κι όταν καταλήγει να είναι αποσπασματική, καθυστερημένη ή ανώδυνη για τον μηχανισμό που καλείται να ελέγξει.

Αυτό δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα. Από τη Γαλλία μέχρι τις Ηνωμένες Πολιτείες και από τη Βραζιλία μέχρι το Μεξικό, οι κοινωνικοί επιστήμονες περιγράφουν ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Οι μηχανισμοί που διαθέτουν το μονοπώλιο της νόμιμης βίας διαθέτουν σχεδόν πάντοτε και ισχυρούς μηχανισμούς αυτοπροστασίας. Συνδικαλιστικές ενώσεις, πειθαρχικά συμβούλια, εσωτερικές έρευνες, εισαγγελικές αξιολογήσεις, πολιτική κάλυψη, επικοινωνιακή υπεράσπιση, όρκοι σιωπής και εκβιασμοί. Δεν πρόκειται για μια μυστική συνωμοσία. Πρόκειται για τον τρόπο με τον οποίο κάθε γραφειοκρατικός μηχανισμός τείνει να προστατεύει τη συνοχή και τη νομιμοποίησή του.

Το κράτος, όπως κάθε οργανωμένος θεσμός, δυσκολεύεται να παραδεχθεί ότι η ίδια του η βία μπορεί να είναι παράνομη. Γιατί μια τέτοια παραδοχή δεν αφορά μόνο τον μεμονωμένο δράστη, αλλά θίγει την αξιοπιστία ολόκληρου του μηχανισμού. Γι’ αυτό και η συζήτηση σπάνια αφορά τις δομές. Εξατομικεύεται, εξειδικεύεται κατά περίπτωση έτσι ώστε ο θεατής να μην μπορεί ποτέ να ενώσει τις ιστορίες, τις περιπτώσεις, την λεπτή κόκκινη γραμμή που αφήνει το αίμα των θυμάτων στην συνείδηση μας.

Αν υπάρξει καταδίκη, θα πρόκειται για «τον κακό αστυνομικό». Αν υπάρξει αθώωση, θα πρόκειται για «τη δύσκολη στιγμή». Σε κάθε περίπτωση, ο θεσμός παραμένει σχεδόν ανέγγιχτος.

Αυτό ακριβώς είναι το παράδοξο που επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά σε διάφορες παραλλαγές. Σε όλες σχεδόν τις μεγάλες αστυνομικές υποθέσεις, το πολιτικό ερώτημα μετατρέπεται σε ποινικό. Αντί να συζητάμε πώς στελεχώνεται και εκπαιδεύεται η αστυνομία, πώς συγκροτείται η επιχειρησιακή της κουλτούρα, ποια κοινωνικά στερεότυπα αναπαράγει ή ποια μορφή εξουσίας καλείται να υπηρετήσει, περιοριζόμαστε στην αναζήτηση της ατομικής ευθύνης ενός προσώπου.

Έτσι, ακόμη και όταν ένας αστυνομικός καταδικαστεί, το σύστημα μπορεί να εμφανιστεί δικαιωμένο. «Οι θεσμοί λειτούργησαν.» «Η δικαιοσύνη αποδόθηκε» Όμως, λειτούργησαν πραγματικά οι θεσμοί;  Ή μήπως απλώς απορρόφησαν την κοινωνική πίεση, μετατρέποντας ένα δομικό πρόβλημα σε μια εξατομικευμένη υπόθεση; Και τελικά ποιους υπηρετεί η αστική δικαιοσύνη;

Η αναρχική κριτική στο αστικό κράτος ξεκινά ακριβώς από αυτό το σημείο. Δεν υποστηρίζει ότι οι κρατικοί λειτουργοί είναι εκ φύσεως πιο βίαιοι από τους υπόλοιπους ανθρώπους. Υποστηρίζει ότι οι θεσμοί δεν είναι ουδέτεροι, οι εξουσίες δεν είναι ανεξάρτητες, το κράτος δεν υπηρετεί την κοινωνία, το σύστημα δεν οργανώθηκε για να αποδίδει δικαιοσύνη.

Κάθε θεσμός παράγει συγκεκριμένες συμπεριφορές, συγκεκριμένες προτεραιότητες και συγκεκριμένες μορφές εξουσίας. Ένας αστυνομικός δεν δρα ποτέ μόνο ως άτομο. Δρα μέσα σε μια ιεραρχία, μέσα σε μια επαγγελματική κουλτούρα, μέσα σε μια αλυσίδα εντολών, μέσα σε μια πολιτική αντίληψη για το τι σημαίνει «τάξη» και ποιος θεωρείται απειλή απέναντί της.

Γι’ αυτό και η ατιμωρησία δεν είναι απλώς η απουσία τιμωρίας. Είναι η δυνατότητα του ίδιου του συστήματος να αναπαράγει αδιάκοπα τις προϋποθέσεις που γεννούν την επόμενη υπόθεση. Η μεγαλύτερη αυταπάτη που μπορεί να καλλιεργηθεί είναι ότι το πρόβλημα θα λυθεί αν βρεθούν «καλύτεροι» αστυνομικοί, «καλύτεροι» υπουργοί ή «καλύτεροι» δικαστές. Η ιστορία των κοινωνικών αγώνων δείχνει ακριβώς το αντίθετο. Καμία εξουσία ποτέ και πουθενά δεν αυτοπεριορίστηκε επειδή ανακάλυψε ξαφνικά τις ηθικές της υποχρεώσεις. Κάθε ουσιαστικός περιορισμός της κρατικής αυθαιρεσίας υπήρξε αποτέλεσμα κοινωνικής πίεσης.

Οι εργάτες δεν απέκτησαν δικαιώματα επειδή οι εργοδότες έγιναν πιο γενναιόδωροι. Οι γυναίκες δεν ψήφισαν επειδή το κράτος αποφάσισε αυθόρμητα ότι είχε έρθει η ώρα της ισότητας. Οι μαύροι στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής δεν απέκτησαν πολιτικά δικαιώματα επειδή το κράτος μετάνιωσε για τον ρατσισμό του. Οι ΛΟΑΤΚΙ+ άνθρωποι δεν έπαψαν να διώκονται επειδή οι κυβερνήσεις έγιναν ξαφνικά ανεκτικές.

Προηγήθηκαν δεκαετίες συγκρούσεων. Απεργιών, διαδηλώσεων, ανυπακοής, συλλογικής οργάνωσης, ατομικά ρίσκα και κοινωνικό κόστος.

Το κράτος σχεδόν πάντοτε ακολούθησε, ποτέ δεν προηγήθηκε. Απορρόφησε τις κοινωνικές αντιστάσεις όπου μπορούσε, διαχώρισε τους εξεγερμένους από τους ρεφορμιστές, έδωσε τις μικρές αλλαγές που ήταν απαραίτητες για να καταπνιγεί το πνεύμα της εξέγερσης.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι θεσμικές κατακτήσεις είναι αδιάφορες. Σημαίνει ότι η πηγή τους βρίσκεται αλλού, βρίσκεται στην κοινωνία. Στην ικανότητα των ανθρώπων να συγκροτούν συλλογικότητες, να παράγουν αλληλεγγύη, να διατηρούν τη μνήμη απέναντι στη λήθη, να μετατρέπουν το ιδιωτικό πένθος σε δημόσιο πολιτικό γεγονός.

Η πραγματική αντίθεση, λοιπόν, δεν είναι ανάμεσα σε μια «καλή» και μια «κακή» αστυνομία. Είναι ανάμεσα σε δύο διαφορετικές αντιλήψεις για την κοινωνία. Η μία αντιμετωπίζει τους ανθρώπους ως πληθυσμό προς διαχείριση. Η άλλη τους αντιμετωπίζει ως κοινότητες που μπορούν να οργανώσουν συλλογικά τη ζωή τους, να υπερασπιστούν τους πιο ευάλωτους και να θέσουν όρια σε κάθε μορφή εξουσίας που επιχειρεί να παρουσιαστεί ως αναπόφευκτη.

Γιατί η ιστορία δεν αλλάζει όταν οι εξουσίες γίνονται πιο ανθρώπινες, αλλά όταν οι κοινωνίες παύουν να θεωρούν την εξουσία, την ανισότητα και την εκμετάλλευση αναπόφευκτα φυσικά φαινόμενα.

Η εξουσία οργανώνεται. Η κοινωνία γιατί παραμένει διασπασμένη;

Κάθε φορά που ένα γεγονός όπως η δολοφονία του Θοδωρή συγκλονίζει την κοινωνία, επαναλαμβάνεται η ίδια εικόνα.

Λίγες ημέρες οργής, συγκεντρώσεις στις μεγάλες πόλεις, πολιτικές ανακοινώσεις και αναλύσεις, λίγες ακόμη δημοσιεύσεις και έπειτα η ζωή συνεχίζει σαν να μη συνέβη τίποτα.

Όχι επειδή οι άνθρωποι ξέχασαν, αλλά επειδή η μνήμη, όταν δεν αποκτά συλλογική μορφή, μετατρέπεται σε ατομική θλίψη. Και η ατομική θλίψη δεν μπορεί να αναμετρηθεί με τις οργανωμένες μορφές εξουσίας. Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του κράτους. Όχι μόνο ότι διαθέτει πολύ περισσότερη βία, αλλά ότι διαθέτει διάρκεια.

Η κυβέρνηση αλλάζει υπουργούς, αλλά το υπουργείο παραμένει. Ένας αρχηγός της αστυνομίας αποχωρεί, αλλά ο μηχανισμός συνεχίζει να λειτουργεί. Οι δικαστές αλλάζουν, όμως η θεσμική λογική αναπαράγεται. Το κράτος έχει μνήμη. Έχει μηχανισμούς. Έχει συνέχεια.

Απέναντί του, οι κοινωνικές αντιστάσεις συχνά εμφανίζονται αποσπασματικές. Κάθε αγώνας ξεκινά σχεδόν από την αρχή, σαν να μην υπήρξαν οι προηγούμενοι. Κάθε γενιά αναγκάζεται να ξαναμάθει όσα η προηγούμενη είχε ήδη κατακτήσει με κόπο. Η ιστορική εμπειρία δεν συσσωρεύεται πάντοτε· πολλές φορές διασκορπίζεται μαζί με τις συλλογικότητες που διαλύονται, με τις προσωπικές συγκρούσεις που τις διαπερνούν, με την κόπωση όσων αποσύρονται. Αυτό δεν αφορά μόνο τον αναρχικό χώρο. Αφορά ολόκληρη την κοινωνία.

Ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι απλώς ένα οικονομικό μοντέλο. Είναι μια βαθιά πολιτισμική αναδιάρθρωση. Δεν επιδιώκει μόνο να ιδιωτικοποιήσει τις δημόσιες υπηρεσίες. Επιδιώκει να ιδιωτικοποιήσει και την ίδια την ανθρώπινη εμπειρία.

Το πρόβλημα γίνεται ατομικό, η αποτυχία γίνεται προσωπική ευθύνη, η ανασφάλεια γίνεται προσωπικό άγχος, η φτώχεια βιώνεται σαν ατομική ανεπάρκεια, η κατάθλιψη γίνεται προσωπική υπόθεση. Η αδικία παύει να γίνεται αντιληπτή ως κοινωνική σχέση και μετατρέπεται σε ατομική μοίρα. Μέσα σε αυτή τη διαδικασία, διαλύεται η ίδια η έννοια του «εμείς». Και όταν διαλύεται το «εμείς», διαλύεται και η δυνατότητα αντίστασης.

Ο αναρχικός χώρος δεν βρίσκεται έξω από αυτή την ιστορική συνθήκη. Θα ήταν πολιτικά ανέντιμο να το ισχυριστούμε. Και εμείς κουβαλάμε τις αντιφάσεις της εποχής μας. Πολλές φορές εγκλωβιζόμαστε σε μικρούς πολιτικούς μικρόκοσμους, σε οργανωτικές περιχαρακώσεις και προσωπικές αντιπαλότητες που αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από τα κοινωνικά επίδικα.

Βασανίζουμε ο ένας τον άλλον σε μια διαρκή αναζήτηση της ιδεολογικής καθαρότητας, τη στιγμή που η ίδια η κοινωνία βυθίζεται ολοένα βαθύτερα στην επισφάλεια, στον φόβο και στον αυταρχισμό. Η ιστορία, όμως, δεν δικαιώνει ποτέ όσους είχαν το πιο αψεγάδιαστο θεωρητικό σχήμα. Δικαιώνει όσους κατάφεραν να δημιουργήσουν δεσμούς και να αντεπιτεθούν, να εμπνεύσουν εμπιστοσύνη και ελπίδα, να οργανώσουν τις διαλυμένες κοινότητες, να μετατρέψουν την αγανάκτηση σε συλλογική δύναμη.

Ο αναρχισμός, όταν υπήρξε ιστορικά δημιουργικός, δεν υπήρξε απλώς μια ιδεολογία άρνησης. Υπήρξε μια πρόταση κοινωνικής οργάνωσης. Έχτισε κοινότητες αγώνα, εργατικά σωματεία, συνεταιρισμούς, ελευθεριακά σχολεία, πολιτείες ελεύθερων ανθρώπων και κομμούνες, δίκτυα αλληλοβοήθειας, λαϊκές συνελεύσεις, χώρους πολιτισμού και αντικουλτούρας. Δεν περιορίστηκε στην καταγγελία της εξουσίας. Προσπάθησε να αποδείξει, μέσα στην ίδια την κοινωνία, ότι οι άνθρωποι μπορούν να οργανώσουν διαφορετικά τις σχέσεις τους, την επιβιώση, τη χαρά και τη ζωή τους.

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο πολιτικό καθήκον της εποχής μας. Όχι να πείσουμε τους ανθρώπους ότι το κράτος προστατεύει τα συμφέροντα των ισχυρών αναπαράγοντας τη βία, την εκμετάλλευση και το άδικο. Οι περισσότεροι το γνωρίζουν ήδη αυτό, ακόμη κι αν δεν το ομολογούν. Το ζούμε κάθε μέρα στο πετσί μας όσο και αν δεν θέλουμε να το παραδεχθούμε.

Το δύσκολο είναι να ξαναπιστέψουμε εμείς, οι σύγχρονοι προλετάριοι αυτού το κόσμου που δεν έχουμε τίποτα άλλο να κερδίσουμε από αυτό τον αγώνα παρά μόνο τον κόσμο ολόκληρο, ότι η κοινωνία μπορεί να είναι ισχυρότερη από τους ίδιους τους φόβους της. Ότι η αλληλεγγύη δεν είναι μια ηθική αρετή- είναι μια υλική δύναμη, μια ενσώματη πράξη, μια πανίσχυρη δυνατότητα. Είναι ο μόνος λόγος για τον οποίο οι άνθρωποι κατάφεραν ιστορικά να επιβιώσουν απέναντι σε πολύ ισχυρότερους μηχανισμούς εξουσίας.

Η δολοφονία του Θοδωρή δεν είναι μόνο μια ακόμη κρατική δολοφονία που προστίθεται σε έναν μακρύ κατάλογο, είναι και μια δοκιμασία για όλους εμάς. Για το αν θα αρκεστούμε, για άλλη μια φορά, να καταγράψουμε την αγριότητα του κράτους ή αν θα καταφέρουμε να οικοδομήσουμε τις κοινωνικές σχέσεις που μπορούν πραγματικά να την αμφισβητήσουν.

Γιατί καμία κυβέρνηση δεν φοβήθηκε ποτέ μια οργισμένη ανακοίνωση. Φοβήθηκε, όμως, πάντοτε μια κοινωνία που έπαψε να είναι άθροισμα απομονωμένων ατόμων και άρχισε να λειτουργεί ως κοινότητα. Εκεί βρίσκεται η πραγματική δύναμη. Όχι στους διαδρόμους της εξουσίας, αλλά στους δεσμούς που δημιουργούνται ανάμεσα στους ανθρώπους όταν αποφασίζουν ότι η ελευθερία, η ισότητα και η αξιοπρέπεια δεν θα αποτελούν αιτήματα που απευθύνονται προς το κράτος, αλλά σχέσεις που οικοδομούμαι καθημερινά ανάμεσα μας.

Η κοινωνία που θέλουμε να υπερασπιστούμε

Κάθε κρατική δολοφονία αφήνει πίσω της δύο νεκρούς. Τον άνθρωπο που μόλις χάθηκε. Και κάτι από την ίδια την κοινωνία που μόλις πέθανε.

Γιατί κάθε φορά που συνηθίζουμε την εικόνα ενός ανθρώπου πεσμένου στην άσφαλτο, κάθε φορά που αναζητούμε πρώτα τα λάθη του θύματος αντί να απαιτούμε λογοδοσία από εκείνον που κρατούσε το όπλο, κάθε φορά που δεχόμαστε ότι υπάρχουν ζωές περισσότερο και λιγότερο άξιες προστασίας, κάτι πεθαίνει μέσα μας.

Δεν είναι η δημοκρατία και οι θεσμοί που απειλούνται. Είναι η ίδια η ικανότητά μας να αναγνωρίζουμε ο ένας τον άλλον ως ελεύθερα, αυτεξούσια όντα, να μπορούμε να κοιτάξουμε ο ένας τον άλλον στα μάτια.

Η εξουσία γνωρίζει ότι δεν μπορεί να κυβερνήσει μόνο με τη βία. Η βία είναι ακριβή. Η βία παράγει αντιστάσεις. Αυτό που πραγματικά χρειάζεται το κράτος είναι την αποδοχή μας, να συνηθίσουμε, να θεωρήσουμε φυσιολογικό ότι ορισμένοι άνθρωποι θα πεθαίνουν με διαταγή της αστυνομίας, ότι οι φτωχοί θα ελέγχονται περισσότερο, ότι οι Ρομά θα θεωρούνται εξαρχής ύποπτοι, οι μετανάστες θα αντιμετωπίζονται ως διαρκής απειλή, οι τοξικοεξαρτημένοι δεν θα είναι τίποτα άλλο παρά μόνο αποτυχημένες ζωές, οι ψυχικά πάσχοντες θα είναι επικίνδυνοι, οι αυτιστικοί, οι ανάπηροι, οι έμφυλα ανυπότακτοι και όσοι αποκλίνουν από την εικόνα του «κανονικού» ανθρώπου θα οφείλουν συνεχώς να αποδεικνύουν ότι δικαιούνται να βρίσκονται ανάμεσά μας.

Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα. Δεν είναι η τραγική μοίρα ενός μόνο ανθρώπου. Αλλά η αξία όλων των ανθρώπων. Γιατί όταν αρχίσεις να αποδέχεσαι ότι υπάρχουν αναλώσιμες ζωές, πολύ σύντομα θα ανακαλύψεις ότι οι αναλώσιμοι διαρκώς πολλαπλασιάζονται.

Στην αρχή είναι ο φτωχός, μετά ο μετανάστης, ύστερα ο Ρομά, ο τοξικοεξαρτημένος, ο ψυχικά ασθενής, η τρανς,  ο ανάπηρος και έπειτα ο αναρχικός, ο κομμουνιστής, ο κάθε πολιτικός αντίπαλος και τελικά όποιος αρνείται να σκύψει το κεφάλι και να υπακούσει στις εντολές, κάθε άνθρωπος που, σε κάποια στιγμή της ζωής του, θα σταθεί απέναντι στην εξουσία χωρίς αρκετή δύναμη για να υπερασπιστεί τον εαυτό του.

Αυτό μας διδάσκει η ιστορία. Η αυθαιρεσία δεν γνωρίζει όρια. Αντίθετα, γνωρίζει μόνο συνήθεια. Κάθε φορά που γίνεται ανεκτή, διευρύνεται. Κάθε φορά που μένει αναπάντητη, αποκτά μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Κάθε φορά που η κοινωνία σωπαίνει, η εξουσία ακούει τη σιωπή ως συγκατάθεση.

Γι’ αυτό και η απάντηση δεν μπορεί να είναι η ανάθεση. Δεν θα έρθει από έναν φωτισμένο υπουργό, έναν «καλό» αρχηγό της αστυνομίας. Δεν θα έρθει από μια κυβέρνηση που ξαφνικά θα αποφασίσει να περιορίσει την ίδια της την ισχύ ή ένα κόμμα της αντιπολίτευσης που θα υποσχεθεί καλύτερες μέρες.

Ό,τι κατακτήθηκε ιστορικά απέναντι στην εξουσία, κατακτήθηκε επειδή οι άνθρωποι έπαψαν να περιμένουν και σταμάτησαν να υπακούνε. Οργάνωσαν κοινότητες αγώνα, έστησαν σωματεία, δημιούργησαν συνελεύσεις, έχτισαν δίκτυα αλληλεγγύης, υπερασπίστηκαν ο ένας τον άλλον, έμαθαν να μετατρέπουν την ιδιωτική αγωνία σε συλλογική πράξη.

Αυτή είναι η μοναδική δύναμη που καμία κυβέρνηση δεν κατάφερε ποτέ να ελέγξει ολοκληρωτικά. Όχι γιατί είναι ισχυρότερη από το κράτος σε όπλα, αλλά γιατί είναι ισχυρότερη σε κάτι βαθύτερο. Παράγει σχέσεις. Και οι σχέσεις είναι ο πραγματικός αντίπαλος κάθε εξουσίας που επιδιώκει να κυβερνά μέσα από τον φόβο.

Γιατί ο φόβος λειτουργεί μόνο όταν οι άνθρωποι είναι μόνοι τους. Όταν όμως συναντιούνται, μιλούν, οργανώνονται, φροντίζουν ο ένας τον άλλον, υπερασπίζονται τον πιο αδύναμο σαν να υπερασπίζονται τον ίδιο τους τον εαυτό, τότε η πολιτική παύει να είναι υπόθεση επαγγελματιών της εξουσίας και επιστρέφει εκεί όπου γεννήθηκε: στις ίδιες τις κοινωνίες.

Ο Θοδωρής δεν θα επιστρέψει. Καμία ανακοίνωση δεν μπορεί να ανατρέψει αυτό το γεγονός.

Το ερώτημα είναι διαφορετικό. Τι θα κάνουμε εμείς με την απουσία του; Θα την αφήσουμε να γίνει ακόμη ένας αριθμός στη μακρά στατιστική των κρατικών δολοφονιών; Ή θα την μετατρέψουμε σε μνήμη που οργανώνει, που συνδέει, που αφυπνίζει και που γεννά νέες μορφές συλλογικής ζωής;

Οι εξουσίες φοβούνται ελάχιστα τους νεκρούς. Φοβούνται, όμως, εκείνες τις κοινωνίες που αρνούνται να τους αφήσουν να πεθάνουν για δεύτερη φορά μέσα στη λήθη. Η μνήμη, όταν γίνεται συλλογική πράξη, παύει να είναι πένθος και γίνεται δύναμη. Αυτή είναι η πιο ουσιαστική μορφή δικαιοσύνης που μπορεί να γεννήσει μια κοινωνία η οποία δεν περιμένει να σωθεί από τους θεσμούς της εξουσίας, αλλά επιλέγει να αλλάξει η ίδια τους όρους με τους οποίους υπάρχει.

___

ΚΕΝΟ ΔΙΚΤΥΟ [Θεωρία, Ουτοπία, Συναίσθηση, Εφήμερες Τέχνες]

Previous Story

Τρανς Απελευθέρωση – Η προδοσία των φιλελεύθερων και μαρξιστικές απαντήσεις

Latest from Events

Go toTop