Είμαστε γυναίκες καζάνια που βράζουν. Πετάμε χέρι-χέρι πάνω από τους ψηλούς μαντρότοιχους στην Τεχεράνη. Δείχνουμε την παλλόμενη καρδιά μας στη Φρουρά του καθεστώτος.
Σηκώθηκε πιο νωρίς απ’ ότι συνήθως. Έξω δεν είχε ξημερώσει και τα χριστουγεννιάτικα φωτάκια αναβόσβηναν ακόμα στα μπαλκόνια. Στο στόμα της είχε τη γεύση
Έρχεται εκεί που τη χρειαζόμαστε πριν αρχίσει το ποίημα πάνω στη γη, τη θάλασσα, τον ουρανό. Χιλιάδες πρόσωπα επιθύμησαν τη νεαρή σύζυγο, τους νεόνυμφους,
Ήρθα από το Χαλάνδρι εκείνο τον τυραννισμένο τόπο των νευρώσεων μετά από μια μάταιη απόπειρα διεκδίκησης των δεδουλευμένων μου από μια εταιρεία παραγωγής. Ο
Τα χνώτα μας μαύρα σύννεφα σαλπάρουν μέσα σε χοάνες εν μέσω εμβατηρίων σπονδές σε άγνωστους θεούς ήχοι και καταισχύνες σε πολιτισμούς που δεν κοιμούνται
Νέον επιγραφές. Μεγάλες, μικρές, πολύ μεγάλες, πολύ μικρές, κόκκινες, μπλε, πράσινες, κίτρινες. Είμαι κομμάτι αυτής της πόλης την ακούω να αναπνέει από πάνω μου.